Η επιστροφή του Trump στις παλιές καλές μέρες και τον μαζικό τρόμο


Του Henry Giroux

Πρόσφατες αποκαλύψεις σχετικά με τον μισογυνισμό του Trump και πράξεις βίας κατά των γυναικών προβάλλονται τώρα σε δημόσια θέα, δεδομένων των τελευταίων δημοσιεύσεων αναφορικά με την χυδαία, αγενή και σεξιστική συζήτησή του με τον Howard Stern και τον Billy Bush. Ωστόσο, αυτό που είναι τόσο συγκλονιστικό σχετικά με τις αποκαλύψεις του μισογυνισμού του Trump, την σεξουαλική βία, και τις κατηγορίες για βιασμό είναι ότι θα έπρεπε να δημιουργούν κάθε είδους έκπληξη.
Αυτό που είναι ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι ο κιτρινισμός επί αυτών των περιστατικών  αποκρύπτει τον πόλεμο στις γυναίκες που είναι σε πλήρη άνθιση από το 1980. Η νοοτροπία “Leave it to Beaver ότι οι γυναίκες πρέπει να μένουν στο σπίτι ως νοικοκυρές, ότι δεν αξίζουν ίση αμοιβή για ίση εργασία με τους άνδρες, ότι  θα πρέπει να ορίζονται κυρίως ως υποτιμημένα σεξουαλικά αντικείμενα, ή ότι πρέπει να εξαιρεθούν από επαναστατικά κινήματα με επικεφαλής άνδρες ήταν ένα μέρος του «παλιού καλού καιρού», ενός όρου που αναβίωσε ο Donald Trump.

Κωδικοποιημένο για την προεκλογική εκστρατεία στο σύνθημα του Trump ότι θα κάνει την Αμερική μεγάλη και πάλι βρίσκεται  το φάντασμα της επιστροφής του «παλιού καλού καιρού». Μια τέτοια δήλωση δεν είναι νέα για ένα πολιτικό κόμμα που ξεφαντώνει με τον λόγο της παρακμής και γιορτάζει μια εποχή που ανασταίνει τις  βάρβαρες ρητορικές και τις αξίες ενός παλαιότερου φασισμού, για τις οποίες οι διακρίσεις με βάση το φύλο, η ομοφοβία, και η φυλετική καθαρότητα κανονικοποιήθηκε.

Αν οι μνήμες του φασισμού έχουν πλέον μειωθεί σε τρίτης κατηγορίας  ταινίες του Χόλιγουντ, οι ριζοσπαστικές αναμνήσεις συλλογικής αντίστασης φαίνεται να πεθαίνουν ακόμα πιο γρήγορα σε μια χώρα προσκολλημένη στον πολιτισμό της αμεσότητας και την ταχύτερη διαδρομή προς το κέρδος. Αυτό μπορεί να εξηγεί, εν μέρει, την κοινωνική και ιστορική αμνησία που φανερώνεται στην άρνηση της χώρας να καταλάβει τον Trump ως σύμπτωμα αυταρχικών, αντι-δημοκρατικών δυνάμεων που εκτυλίσσονται για μεγάλο χρονικό διάστημα και τις οποίες ο Trump υποστηρίζει δίχως καν να απολογείται. Αυτές περιλαμβάνουν επιθέσεις σε γυναίκες, ιδίως για τα αναπαραγωγικά τους δικαιώματα, στην LGBT κοινότητα, σε μειονότητες φτωχών νέων,  σε γειτονιές που κατοικούνται  από έγχρωμους ανθρώπους, σε εκπαιδευτικούς και δημοσίους υπαλλήλους, σε φοιτητές που πνίγονται σε χρέη, στην κουλτούρα της αμφισβήτησης, στην  διαφωνία, στην κριτική εκπαίδευση, στους έγχρωμους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, στους μουσουλμάνους, στους Μεξικανούς μετανάστες. Περιλαμβάνουν, επίσης, επιθέσεις σε οποιαδήποτε άλλη ομάδα που δεν αποδίδει φόρο τιμής  στον νεο-φασιστικό εναγκαλισμό της λευκής υπεροχής, του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, του υπερ-εθνικισμού, του μιλιταρισμού, του κράτους μαζικών φυλακίσεων, και ενός  άγριου παγκόσμιου νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού φονταμενταλισμού. Η Αμερική βρίσκεται σε πόλεμο με τον εαυτό της και ο Trump είναι απλά ένας κατάπτυστος θιασώτης αυτού του πολέμου ενάντια στη δημοκρατία. Αυτό που είναι χαρακτηριστική για τον Trump είναι ότι είναι οξύς και αμεταμέλητος για τις νεο-φασιστικές του πεποιθήσεις και πολιτικές, ενώ η  Hillary Clinton και οι υπόλοιποι των νεοφιλελεύθερων κεντρώων αναλώνονται στην πολεμική τους αντιτάσσοντας πολιτικές και στήριξη της οικονομικής ελίτ στον κενό λόγο του φιλελευθερισμού με υποκριτικά νεύματα προς την κοινωνική δικαιοσύνη και τις δημοκρατικές αξίες. Η αποδοχή του απροκάλυπτου σεξισμού και ρατσισμού του από μεγάλο αριθμό των οπαδών του, δεν αποτελεί καλό οιωνό για το μέλλον της αμερικανικής πολιτικής. Περιττό να πούμε ότι ο Trump δεν είναι ο μόνος πολιτικός που επωφελείται από το θάνατο της ιστορικής μνήμης και το τρέχον ομιχλώδες τοπίο της κοινωνικής αμνησίας- τα οποία από κοινού έχουν πυροδοτήσει μια ταχεία επίθεση όχι μόνο στις γυναίκες αλλά και στους Αφροαμερικανούς.

Αυτό που είναι πραγματικά φρικτό είναι ότι  με την εξαίρεση του κινήματος «Οι ζωές των μαύρων μετράνε»  (Black Lives Matter) και τα κινήματα διαμαρτυρίας των μαύρων, πολύ λίγα έχουν λεχθεί για το ρατσισμό που αποτελεί μέρος της μεγάλης κληρονομιάς του ρατσισμού κατά πρόσωπο που έχει προκύψει με την εκστρατεία του Trump, ενός ρατσισμού που  το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εξέτρεφε από τη νότια στρατηγική του Nixon και τον πόλεμο του Reagan για τα ναρκωτικά, και αργότερα υιοθετήθηκε από τις καταστροφικές πολιτικές νόμου και τάξης  του Μπιλ Κλίντον, που είχαν ως αποτέλεσμα τις μεγαλύτερες υπερβολές του υπάρχοντος καθεστώτος μαζικών φυλακίσεων.

Καθ 'όλη την βασική και την προεδρική εκστρατεία του, ο Trump επικαλέστηκε μια γλώσσα ρατσιστικής βίας που θα μπορούσε να γίνει κατανοητή μόνο εντός του ιστορικού πλαισίου της κρατικής καταστολής που εξαπέλυσε στη δεκαετία του πενήντα, εξήντα και του εβδομήντα στο Mississippi, την Alabama, την Georgia, το Arkansas, , και άλλες πολιτείες όπου εκφράσεις της λευκής ανωτερότητας, της εγχώριας τρομοκρατίας και της αστυνομικής βίας εξερράγησαν σε πλήρη θέα του αμερικανικού λαού και του ευρύτερου κόσμου. Σε πολλές περιπτώσεις ο Trump είπε στους υποστηρικτές του: "να βιαιοπραγήσετε σφοδρά πάνω τους [στους διαδηλωτές του κινήματος Black Lives Matter], σοβαρά, να τους διώξετε από εδώ πέρα. Τον παλιό καλό καιρό αυτό δεν συνέβαινε επειδή συνήθιζαν να τους μεταχειρίζονται πολύ σκληρά και άπαξ και  διαμαρτυρήθηκαν  δεν επρόκειτο να το ξανακάνουν τόσο εύκολα. Θα ήθελα να τους έριχνα γροθιά στο πρόσωπο, σας το λέω. Λατρεύω τις παλιές καλές μέρες. Ξέρεις τι συνήθιζαν να κάνουν σε τύπους όπως αυτούς σε ένα  τέτοιο μέρος; Θα τους είχαν πάρει με φορείο, παιδιά». [1]

Το σκηνικό αυτού του λόγου εγγίζει μια εποχή ρατσιστικής τρομοκρατίας, αιχμαλωτισμένη στις εικόνες των νεαρών μαύρων διαδηλωτών που ξυλοκοπήθηκαν από την αστυνομία και λευκούς υποστηρικτές όταν προσπάθησαν να ενσωματώσουν τους χώρους εστίασης σε πόλεις όπως το Nashville, το Tennessee and το Greenville, την Βόρεια Carolina. Ήταν, επίσης, σε δημόσια θέα, όταν μαύροι διαδηλωτές δέχθηκαν επίθεση από αστυνομικά σκυλιά στο Detroit, όταν καταποντίστηκαν από τα κανόνια νερού υψηλής ισχύος στην Alabama, καθώς και όταν χλευάστηκαν εννέα νέοι Αφροαμερικανοί φοιτητές και σπρώχθηκαν καθώς προσπάθησαν να εισέλθουν το ολόλευκο Κεντρικό Λύκειο στο Little Rock, του Arkansas. Τα τελευταία είναι και  «ο παλιός καλός καιρός» που ο Trump γιορτάζει στις ομιλίες του-όταν οι απευθύνσεις του προς τους διαδηλωτές ήταν «να διαλυθούν ολοσχερώς», «να γρονθοκοπηθούν στο πρόσωπο» και «θα μεταφέρονταν με φορείο».[2] Αυτές  οι «παλιές καλές μέρες» μας έδωσαν επίσης λιντσαρίσματα, τη δολοφονία του Emmett Till, τον βομβαρδισμό εκκλησίας στο Bermingham της Alabama που σκότωσε τέσσερα μικρά μαύρα κορίτσια. Οι "παλιές καλές μέρες" στο πλαίσιο αυτό χρησιμεύουν ως νομιμοποίηση όχι μόνο για μια αδίστακτη επιστροφή στη ρατσιστική τρομοκρατία και την καταστολή των αντιφρονούντων, αλλά και τον εορτασμό ενός τύπου ανομίας ενδημικού στο φασισμό και επικαιροποιημένης για το νέο αυταρχισμό.

Αυτό που προτείνεται εδώ είναι ότι αυτή η αμερικανική μορφή νεο-φασισμού με τις ποικίλες εκδοχές της είναι σε μεγάλο βαθμό σχετιζόμενη με την κοινωνική και φυλετική κάθαρση και τελικό σημείο της είναι η κατασκευή φυλακές, κρατητηρίων, περιφράξεων, τοίχων, και όλων των άλλων ειδών δολοφονικών συσκευών που συνοδεύουν το λόγο του εθνικού μεγαλείου και της φυλετικής καθαρότητας. Οι Αμερικανοί έχουν ζήσει 40 χρόνια από τη διάλυση του κράτους πρόνοιας, την κατάργηση των δημοκρατικών δημόσιων σφαιρών, όπως τα σχολεία και οι βιβλιοθήκες, και την επίθεση σε δημόσια αγαθά και κοινωνικές διατάξεις. Στη θέση τους, έχουμε την άνοδο του τιμωρητικού κράτους, με την υποστήριξη του σε μια σειρά εγκληματογόνων ιδρυμάτων που εκτείνεται από τις τράπεζες και τα hedge funds μέχρι πολιτειακές κυβερνήσεις και στρατιωτικοποιημένα αστυνομικά τμήματα που επιδίδονται σε εκβιασμούς για την κάλυψη των προϋπολογισμών τους.

Πού είναι τα θεσμικά όργανα που δεν υποστηρίζουν έναν λυσσαλέο ατομικισμό, μια κουλτούρα της βαναυσότητας, και μια κοινωνία βασισμένη στην κοινωνική μάχη - που αρνούνται να στρατιωτικοποιήσουν τα κοινωνικά προβλήματα, και απορρίπτουν το ρατσιστικό λόγο της λευκής ανωτερότητας, τους νόμους και τις πρακτικές που εξαπλώνονται σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες; Τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία διαμορφώνεται από ένα δηλητηριώδη νεοφιλελευθερισμό που διαχωρίζει τις οικονομικές και ατομικές οικονομικές δράσεις από το κοινωνικό κόστος, όταν η ιδιωτικοποίηση γίνεται η μόνη επικυρωμένη σφαίρα διαμεσολάβησης, όταν οι αξίες υποπίπτουν εξ ολοκλήρου σε αξίες ανταλλαγής;
Πηγή: Counterpunch
Μετάφραση: Σταματίνα Τσιμοπούλου


[1] Αυτά τα αποφθέγματα συλλέχθηκαν μαζί με το ιστορικό πλαίσιο που τα νοηματοδοτεί στη λαμπρή ταινία της Ava Duvernay, 13th,  η οποία είναι διαθέσιμη στο  Netflix.
[2] Ο.π. Ava Duvernay, σκηνοθέτης, 13th
Η επιστροφή του Trump στις παλιές καλές μέρες και τον μαζικό τρόμο Η επιστροφή του Trump στις παλιές καλές μέρες και τον μαζικό τρόμο Reviewed by Antonisgal on 12:24:00 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.