Μνήμη Γιάννη Ρίτσου

Του Σίμου Ανδρονίδη 

«Ίσως να μας υπερασπίσει ακόμα η φωνή ενός πουλιού, ένα άστρο που μας δείχνει την προτίμηση του, η γαλανή γραμμή των βουνών στο χρυσό δείλι κι ο λόγος που ωριμάζει στη βαθύτερη σιωπή». (Γιάννης Ρίτσος, ‘Δευτερόλεπτα, 1991). 


Την σημερινή ημέρα συμπληρώνονται 24 χρόνια (11 Νοεμβρίου 1990) από τον θάνατο του κομμουνιστή ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου συνυφάνθηκε οργανικά με τον βίο των ανθρώπων, «κύλησε» μέσα στις «αθέατες» γωνίες της ανθρώπινης ζωής και έγινε τραγούδι στα χείλη των εργαζομένων. Ο σπουδαίος και πάντα «παρών» Γιάννης Ρίτσος μετασχημάτισε το δικό του οδυνηρό βίωμα, τον δικό του πόνο, σε λυτρωτική ποιητική πράξη η οποία «συγκροτήθηκε» έχοντας ως βασική «ύλη» τον «όρθιο άνθρωπο», τον προλετάριο που «ζυμώνει» το καθημερινό «ψωμί» τούτου του κόσμου. Οι «γωνίες» της ποίηση του, οι «γωνίες» του ποιητικού του λόγου τέμνουν και ανατέμνουν όχι μόνο το ευρύτερο ποιητικό αλλά και το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. 

Πάντα παρών στους καθημερινούς αγώνες και στις προκλήσεις της εποχής του, «έπλασε» την ποίηση του έχοντας ως βασικά συστατικά το φως και την πέτρα, το όνειρο και τον καημό. Έδρασε ως διανοούμενος του λόγου και της πράξης, χωρίς να σταματήσει στιγμή να εποπτεύει την ανθρώπινη πράξη και να «κατέρχεται» στο «βαθύ σκοτάδι» των ανθρώπινων δακρύων. 

«Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι, το χέρι του δε μαυρίζει ποτέ. Το χέρι του είναι αδιάβροχο στη νύχτα. Όταν θα φύγει (γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον που αδιάκοπα θα λέει «ναι» και πάλι «ναι» σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες».[1] 

Το ποιητικό «ναι» του Γιάννη Ρίτσου «δικαίωσε» τον άνθρωπο, διέσχισε το φως και έγινε οργανικό κομμάτι της ζωής, της πλέριας ζωής των εργαζόμενων. Με τον δικό του ιδιαίτερο ποιητικό τρόπο «λέει «ναι» και πάλι «ναι» σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες, «εγγίζοντας» τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης και σφραγίζοντας το αδιάκοπο ταξίδι του ανθρώπου σε αυτή την γη, ένα ταξίδι που περιλαμβάνει πολλές στάσεις, στάσεις ορίζουν και προσδιορίζουν την ζωή του ανθρώπου. Και ο Γιάννης Ρίτσος μετέβαλλε σε «ζώσα» και ενεργή ποιητική πράξη τα ματαιωμένα όνειρα και ονείρωττα του ανθρώπου, εκείνες τις «προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες» που «χάσκουν» στα κοινωνικά «χαλάσματα». 

Ο ποιητής έδωσε πνοή και «ανάσα» στον καθημερινό βίο, «εγγίζοντας» ταυτόχρονα την ζωή, αλλά και τον θάνατο, ωσάν η ποιητική του κίνηση να στοχεύει όχι στην «υπέρβαση» του θανάτου, αλλά στο «μπόλιασμα» του με ζωή, με όνειρα και με «φως». Γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή έρχεται το αναπόφευκτο τέλος, το αναπόφευκτο «σημείο της μη ύπαρξης», δεν επεδίωξε την ποιητική «αθανασία», αλλά κυρίως ζήτησε να «εγγίξει» το λυτρωτικό φως, το φως μίας πλέριας και «ολικής» ζωής που συγκροτείται από δύο βασικά συστατικά: Από την ποίηση ως πράξη που νοηματοδοτεί και ανασημασιοδοτεί τον ανθρώπινο-καθημερινό βίο και από το «όνειρο» της συγκρότησης μίας κοινωνικής ολότητας που θα «συγκροτεί» τον Άνθρωπο με ‘Α κεφαλαίο, τον άνθρωπο ως οντότητα που θα κρατά στα χέρια του το φως. Η δική του ποιητική «αθανασία» περιέχει και ενσωματώνει οργανικά τον άνθρωπο και τους αγώνες του, τον εργαζόμενο και το δίκιο του. Η ποίηση του είναι πέτρα, είναι φως, είναι μαχαιριά που «σκίζει» στα δύο την κοινωνική αδικία και τον πόνο. 

«Λοιπόν δεν είναι ανάγκη να φωνάξω για να με πιστέψουν, να πουν: «όποιος φωνάζει έχει το δίκιο». Εμείς το δίκιο το’ χούμε μαζί μας και τα ξέρουμε κι όσο σιγά κι αν σου μιλήσω, ξέρω πως θα με πιστέψεις- συνηθίσαμε στη σιγανή κουβέντα στα κρατητήρια, στις συνεδριάσεις, στη συνωμοτική δουλειά της κατοχής συνηθίσαμε στα μικρά σταράτα λόγια πάνου απ’ το φόβο και πάνου απ’ τον πόνο ημέρα, ώρα, σύνθημα στις τρομερές, μουγγές γωνιές της νύχτας στις διασταυρώσεις του χρόνου που μια στιγμή τις φώτιζε ο προβολέας του μέλλοντος- βιαστικά λόγια, μια μικρή περίληψη της ζωής, τα κύρια σημεία μονάχα γραμμένα στο κουτί των τσιγάρων, ή σ’ ένα τόσο δα χαρτί κρυμμένο στο παπούτσι, ή στο στρίφωμα του σακακιού μας, ένα μικρό χαρτί σαν ένα μεγάλο γεφύρι πάνου απ’ το θάνατο».[2] 

Και η ποιητική γραφή του Γιάννη Ρίτσου ανατέμνει το δύσκολο παρόν, ανατέμνει τις ώρες αγωνίας, τις ώρες του θανάτου, τις ώρες της Κατοχής. Εκεί που, «τα κύρια σημεία μονάχα γραμμένα στο κουτί των τσιγάρων, ή σ’ ένα τόσο δα χαρτί κρυμμένο στο παπούτσι» μετασχηματίζονται σε ενεργητική και παρεμβατική ποίηση που μεταβάλλει τα όρια και το εύρος της ανθρώπινης «ενέργειας». Η ποίηση του υπερβαίνει τον «χώρο» και τον «χρόνο», ενώ, την ίδια στιγμή, αντικρίζει κατάματα τον πόνο και τα δάκρυα, τον αγώνα και τον θάνατο, τον «μαύρο» θάνατο των χρόνων της Κατοχής. 

Η μαρξιστική του συγκρότηση του επιτρέπει να μεταφέρει ιδέες και νοήματα, πράξεις και αξίες με τα πιο απλά λόγια, λόγια χαράζονται στις καρδιές και στο νου των ανθρώπων. Γιατί η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου είναι σαν το δροσερό νεράκι που μας ξεδιψά «στις μουγγές γωνιές της νύχτας», είναι ο πάντα αναμμένος «προβολέας του μέλλοντος», είναι η λέξη, η κρίσιμη λέξη που υπερβαίνοντας τους γεωγραφικούς διαχωρισμούς φέρνει κοντά και ενώνει τους εργαζόμενους όλου του κόσμου. Σήμερα, 24 χρόνια μετά από τον θάνατο του σπουδαίου ποιητή, η ποίηση του είναι πιο επίκαιρη και ενεργή από ποτέ, ακριβώς διότι δείχνει τον δρόμο, στηλιτεύει την κοινωνική αδικία και την καταπίεση και τραγουδάει την αδελφοσύνη. Ο ποιητής του λόγου και του πράττειν, ο ποιητής του αγώνα και της συλλογικότητας, ο ποιητής του φωτός και του βαθέως έρωτα, του έρωτα που νοείται ωε βίωμα και αναγορεύεται σε πρωταρχική και πρωτόλεια πράξη του ανθρώπου, είναι πάντα ενεργός και παρών. 

Ο Γιάννης Ρίτσος σφούγγισε τα δάκρυα του ανθρώπου, προσπάθησε να «κλείσει» την πληγή, αντίκρισε κατάματα την «άβυσσο» του θανάτου, μας παρέδωσε την «καρδιά» του και τον λόγο του, βάζοντας ένα μικρό σπουργίτι στις καρδιές μας. Και ήταν αυτός που ύμνησε τον αγώνα των εργαζομένων, τραγουδώντας τα πάθη και τους καημούς τους, τα όνειρα και τις αγωνίες τους. 

Και αυτό το βαθιά πανανθρώπινο ποιητικό τραγούδι αποκρυσταλλώθηκε στον συγκλονιστικό ‘Επιτάφιο’: «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, άνοιξη γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης».[3] 

Σημειώσεις: 
[1] Βλ.σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Ο Ποιητής’, Ποιητική Συλλογή: ‘Αργά, Πολύ Αργά μέσα στη Νύχτα’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1991, σελ. 54. 
[2] Βλ.σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Καπνισμένο Τσουκάλι’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2002, σελ. 250-251. Το ποίημα ‘Καπνισμένο Τσουκάλι΄ του Γιάννη Ρίτσου, ένα ποίημα-ποταμός ταξικής αλληλεγγύης και αδελφοσύνης, μελοποιήθηκε από τον συνθέτη Χρήστο Λεοντή. Ο σπουδαίος Νίκος Ξυλούρης με την αξεπέραστη ερμηνεία του «μπόλιασε» με το μοναδικό ηχόχρωμα της φωνής του τον ποιητικό λόγο του Γιάννη Ρίτσου, παράγοντας τις συνηχήσεις ενός πραγματικού έργου τέχνης, ενός έργου «κτήμα εις αεί». 
[3] Βλ.σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Επιτάφιος’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2001, σελ. 168.
Μνήμη Γιάννη Ρίτσου Μνήμη Γιάννη Ρίτσου Reviewed by Afterhistory on 3:26:00 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.