Ο προοδευτικός λαϊκισμός και η κοινωνική αλλαγή

Του Αντώνη Γαλανόπουλου

Με έναυσμα το βιβλίο «Λαϊκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση» εξετάζουμε τη φύση του λαϊκισμού, το ρόλο του αντιλαϊκισμού ως υποστηρικτή των κυβερνητικών πολιτικών και προτείνουμε έναν προοδευτικό λαϊκισμό που θα μπορούσε να γίνει ένας πραγματικός φορέας δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων.

Ο «λαϊκισμός» επανήλθε στην κυρίαρχη –και καθημερινή- πολιτική ατζέντα στη χώρα μας μαζί με τις πρώτες κινητοποιήσεις εναντίον της μνημονιακής πολιτικής. Αρχικά επανήλθε από το μνημονιακό στρατόπεδο, τόσο από τους πολιτικούς που εφάρμοζαν το μνημόνιο όσο και από τις ομάδες που είχαν επιφορτιστεί με την ιδεολογική νομιμοποίησή του (μερίδα διανοούμενων, αρθρογράφων, δημοσιογράφων). Επανήλθε λοιπόν αρχικά ως κατηγορία, ως μομφή. Ο Γιάννης Σταυρακάκης προσφέρει πολλά χαρακτηριστικά παραδείγματα, από πολιτικούς όπως η Άννα Διαμαντοπούλου που χαρακτήρισε τη προσφυγή στις εκλογές ως «πρόσκαιρη νίκη του λαϊκισμού», ο Κωστής Χατζηδάκης που χαρακτήρισε τον λαϊκισμό ως μεγαλύτερο εχθρό της Ελλάδας, ο Ευάγγελος Βενιζέλος που δήλωσε ότι ο ακραίος λαϊκισμός μπορεί να μετατρέψει τη κρίση σε εθνική τραγωδία, έως τον καθηγητή Λουκά Τσούκαλη, τον αρθρογράφο Τάκη Μίχα και έντυπα όπως το Athens Review of Books που κατήγγειλε τον «αφόρητο Υπαρκτό Λαϊκισμό».


Ο Νικόλας Σεβαστάκης τονίζει δυο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σύγχρονου αντιλαϊκιστικού λόγου. Αρχικά την ανάπτυξή του με βάση τη πεποίθηση ότι ο λαϊκισμός και ιδιαίτερα ο αριστερόστροφος λαϊκισμός είναι «γεννήτορας, αν όχι όλων, τουλάχιστον των περισσότερων δεινών τα όποια αντιμετωπίζει η χώρα» και κατά συνέπεια είναι «στρατηγικός εχθρός κάθε έλλογης πολιτικής» και έπειτα την ηθική του διάσταση, την σαφή επιθυμία του να αναμορφώσει τους «ελληνικούς τρόπους» μέσω του κολασμού, της τιμωρίας.

Τα χρόνια της κρίσης, η πόλωση στη βάση του άξονα λαϊκισμός-αντιλαϊκισμός οξύνθηκε τόσο σε κοινωνικό όσο σε  πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Διαβάζουμε στις σελίδες του βιβλίου ότι κάθε συνάρθρωση λαϊκών αιτημάτων καταγγέλλεται από τους αντιπάλους της ως λαϊκιστική. Κάθε διεκδίκηση, κάθε διαμαρτυρία μπορούσε να αγνοηθεί, να τεθεί στο περιθώριο, μόλις εντασσόταν στο πεδίο του λαϊκισμού. Όλες οι συλλογικές πρακτικές στιγματίζονταν ως λαϊκιστικές και έχαναν το πολιτικό τους νόημα. Ως «λαϊκιστής» στιγματίζεται σήμερα καθένας που απομακρύνεται έστω και κατ’ελάχιστο από την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πολιτική διαχείρισης της κρίσης.

Στο βιβλίο περιγράφονται δυο κίνδυνοι για την Δημοκρατία που πηγάζουν από τον αντιλαϊκιστικό λόγο της εποχής μας. Ο Νικόλας Σεβαστάκης αφού επισημαίνει πως ο υπερορθολογικός πραγματισμός των κρατούντων «ενισχύει τις τάσεις απόσχισης σημαντικών τμημάτων του λαού από την ιδέα ενός δημοκρατικού κοινωνικού συμβολαίου» και «εξωθεί τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς εκτός του πεδίου της έλλογης πολιτικής και εντέλει εκτός του δημοκρατικού τόξου» περιγράφει τις ευθύνες του αντιλαϊκιστικού λόγου: «ο θεραπευτικός κανονιστικός λόγος που προσφεύγει συνεχώς στην καταδίκη του λαϊκισμού συμβάλλει ενεργά στη διασπορά των πιο αυταρχικών, αντικοινοβουλευτικών και μηδενιστικών εκδοχών της κοινωνικής οργής. (…) Η  καταγγελία όλων των μη συμβατικών μορφών κοινωνικής ανυπακοής ως αντιδημοκρατικών ενθάρρυνε δυνάμεις της νεοναζιστικής ακροδεξιάς όπως η Χρυσή Αυγή να διεκδικήσουν το πεδίο των λαϊκών παθών και του βιώματος της «εξέγερσης εναντίον των ελίτ». Ο συγγραφέας ολοκληρώνει τη σκέψη του λέγοντας πως ο τιμωρητικός αντιλαϊκισμός και η ακροδεξιά ρητορεία αποτελούν τις δύο όψεις της κακής «ηθικοποίησης» της πολιτικής. Από τη πλευρά του, ο Γιάννης Σταυρακάκης περιγράφει τον έτερο κίνδυνο που γεννά ο αντιλαϊκισμός: «Δαιμονοποιώντας κάθε αναφορά στο «λαό», στιγματίζοντας ακόμα και την παραμικρή απόσταση από την ηγεμονική πολιτική, ο ανεύθυνος αντιλαϊκισμός διακινδύνευε την υπονόμευση της ίδιας της δημοκρατίας: της διαφωνίας, της ισότητας, του ανταγωνισμού, του πλουραλισμού». Ο ίδιος προχωρά ακόμα ένα βήμα πιο μακριά περιγράφοντας τον οργανικό ρόλο του αντιλαϊκιστικού λόγου στο ευρύτερο πολιτικό σχέδιο: «Τμήμα των εγχώριων εκσυγχρονιστικών ελίτ βρήκε στη κρίση μια ευκαιρία να αναδιατάξει συνολικά την οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ζωή σε μια μεταδημοκρατική κατεύθυνση. Φάνηκε πολύ βολικό να αποδίδεται η κρίση στον λαϊκισμό ώστε αυτομάτως να νομιμοποιούνται οι τεχνοκρατικές, μεταδημοκρατικές λύσεις.»

Η δαιμονοποίηση όμως του λαϊκισμού, που περιγράφηκε παραπάνω, φαίνεται πως συμπαρασύρει και τον λαό. Ο αντιλαϊκισμός θέλει στη πραγματικότητα να θέσει τον ίδιο τον λαό και τα αιτήματά του στο περιθώριο. Οι πάσης φύσεως μεταρρυθμιστές και ορθολογιστές δίνουν μάχη για την επανανοηματοδότηση της πολιτικής. Ονειρεύονται μια «δημοκρατία χωρίς δήμο», μια μεταπολιτική συναίνεση, μια αφυδατωμένη πολιτική απογυμνωμένη από την ανταγωνιστική διάσταση που βρίσκεται στο πυρήνα της.  Μια πολιτική «απεξαρτημένη» από τον λαό, καθοδηγούμενη από τις επιταγές των «ειδικών». Σε αυτό το σημείο έρχεται η διακεκριμένη καθηγήτρια πολιτικής θεωρίας Chantal Mouffe να συμπυκνώσει αυτούς τους φόβους. Στο βιβλίο της «Επί του  πολιτικού» με διακηρυγμένο στόχο την αμφισβήτηση του μεταπολιτικού οράματος μας καλεί να αναγνωρίσουμε την ανταγωνιστική διάσταση ως συστατική του «πολιτικού». Κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, τονίζοντας πως το «να συλλαμβάνει κανείς το στόχο της δημοκρατικής πολιτικής με όρους συναίνεσης δεν είναι μόνο εννοιολογικά λάθος αλλά και βρίθει πολιτικών κινδύνων». Στον επίλογο του βιβλίου γίνεται πιο συγκεκριμένη λέγοντας πως «η πίστη στο τέλος μιας συγκρουσιακής μορφής πολιτικής και στο ξεπέρασμα της διαχωριστικής γραμμής αριστερά-δεξιά, αντί να συμβάλει στην εδραίωση μιας ειρηνικής κοινωνίας, προλειαίνει το έδαφος για την ανάπτυξη δεξιών λαϊκιστικών κινημάτων».
Επειδή όμως σε περιόδους μάχης ιδεών, δεν πρέπει να αφήνουμε τίποτε αναπάντητο, θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στις αιτιάσεις των αντιλαϊκιστών χρησιμοποιώντας τα γραπτά του μεγάλου θεωρητικού του λαϊκισμού, Ernesto Laclau.

Ο λαϊκισμός για τον Laclau είναι ουδέτερος όρος και το κατά πόσο θα είναι αντιδραστικός ή όχι εξαρτάται από το περιεχόμενο των αιτημάτων του και κατ’ αντιστοιχία μπορεί να προέλθει από οποιαδήποτε θέση στην κοινωνικο-θεσμική δομή και από οποιοδήποτε σημείο του άξονα Δεξιάς-Αριστεράς. Ο λαϊκισμός δεν ορίζει την πρακτική πολιτική των διαφόρων οργανώσεων αλλά αποτελεί τρόπο συνάρθρωσης αιτημάτων.  Με αυτές τις πρώτες διευκρινήσεις αντιλαμβανόμαστε ότι ο  λαϊκισμός δεν αποτελεί από μόνος του στοιχείο ακραίας πολιτικής συμπεριφοράς.

Πιο αναλυτικά, λαϊκισμός υφίσταται όταν υπάρχει μια σειρά πολιτικών και ρηματικών πρακτικών που συγκροτούν ένα λαϊκό υποκείμενο. Προϋπόθεση είναι η διαίρεση του κοινωνικού πεδίου σε δυο στρατόπεδα. Η διαίρεση αυτή προκύπτει από τη δημιουργία μιας αλυσίδας ισοδυναμίας από μια σειρά κοινωνικών και οικονομικών αιτημάτων τα οποία μένουν ανικανοποίητα. Αντιπαραβάλλοντας τη θεωρία με τη ελληνική πραγματικότητα είναι πασιφανές ότι η εποχή μας πληροί όλες τις προϋποθέσεις. Η ανάδυση του λαϊκισμού είναι αναπόφευκτη ή μάλλον επιθυμητή. Επιθυμητή ακριβώς γιατί είναι απαραίτητη για την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής.

Η επιβολή του μνημονίου μπορεί να θεωρηθεί στιγμή εξάρθρωσης, στιγμή που οι κατεστημένες κοινωνικές σχέσεις αποδιαρθρώθηκαν και το πεδίο της σύγκρουσης άνοιξε. Τώρα βρισκόμαστε στην κρίσιμη στιγμή. Στη στιγμή της συνάρθρωσης, στη στιγμή της αναζήτησης του κυρίαρχου κενού σημαίνοντος που θα εκφράσει την αλυσίδα των ισοδύναμων –ανικανοποίητων- αιτημάτων, στη στιγμή της μάχης για την ηγεμονία.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το καθήκον μιας σοβαρής Αριστεράς. Χρησιμοποιώντας τα λόγια του Γιάννη Σταυρακάκη μπορούμε να πούμε οτι «υπάρχει και υπεύθυνος λαϊκισμός, φορέας δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και κοινωνικής αλλαγής. (…) Η συνάρθρωση ενός «προοδευτικού λαϊκισμού» είναι ότι πιο υπεύθυνο μπορούμε να φανταστούμε». Η θέση αυτή βρίσκει στη θεωρία πολλούς υποστηρικτές,  από τον Etienne Balibar έως τον Daniel Cohn-Bendit. Καλείται να βρεί όμως πολλούς περισσότερους υποστηρικτές στη πράξη. Κι αυτοί είμαστε όλοι εμείς. 

Οι αντιλαϊκιστές με τη σταυροφορία κατά του λαϊκισμού θυμίζουν το κυνήγι των ανεμόμυλων στον Δον Κιχώτη, μιας και ο λαϊκισμός σύμφωνα με την Margaret Canovan είναι εγγεγραμμένος στην ίδια τη φύση της σύγχρονης δημοκρατίας, είναι η σκιά της δημοκρατίας. Κι ενώ ο Laclau προειδοποιεί πως το τέλος του λαϊκισμού συμπίπτει με το τέλος της πολιτικής αυτοί φαίνονται αποφασισμένοι να ανοίξουν το κουτί της Πανδώρας.


*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Unfollow #13 
Ο προοδευτικός λαϊκισμός και η κοινωνική αλλαγή Ο προοδευτικός λαϊκισμός και η κοινωνική αλλαγή Reviewed by Antonisgal on 1:34:00 μ.μ. Rating: 5

1 σχόλιο:

ο δείμος του πολίτη είπε...

Εξαιρετικό άρθρο... Και πιστεύω ότι το βιβλίο είναι καταπληκτικό (βέβαια, ο Σεβαστάκης μου είναι ιδιαίτερα συμπαθής στα κείμενά του)

Από το Blogger.