Το έργο του Λακλάου στο μικροσκόπιο της κριτικής


Το έργο του Λακλάου όπως συμβαίνει με κάθε πολύπλευρο στοχαστή, έχει προκαλέσει πλήθος θεωρητικών συζητήσεων, έχει δεχθεί έντονη κριτική ενώ παρουσιάζει και μια σειρά από ασυνέχειες. Εκτός από μεμονωμένες κριτικές που έχουν ασκηθεί στο έργο του Λακλάου, πολύ χρήσιμα για να δούμε τις σχετικές συζητήσεις είναι δυο βιβλία, το Laclau: A Critical Reader και το Contingency, Hegemony, Universality: Contemporary Dialogues on the Left. Θα επιχειρήσουμε, λοιπόν, να περιγράψουμε αυτές τις συζητήσεις, ένα μεγάλο μέρος από τις κριτικές που δέχθηκε ο Λακλάου αλλά και, σε ένα βαθμό, τις απαντήσεις που έδωσε. 

Η κριτική του Stäheli στοχεύει την ρηματική θεωρία του Λακλάου. Ο Λακλάου και η Mouffe τονίζουν ότι κάθε λόγος αποτελείται από μία καταστατική εξαίρεση, η οποία επιτρέπει τη δημιουργία μιας τεράστιας αλυσίδας ισοδυναμίας. Τα στοιχεία που συγκροτούν την αλυσίδα βρίσκονται από την ίδια πλευρά του συνόρου του αποκλεισμού. Μια αλυσίδα ισοδυναμίας συγκροτείται με αναφορά στο ίδιο κενό σημαίνον. Το κενό σημαίνον συνδέει όλα τα επιμέρους στοιχεία ακυρώνοντας τις μεταξύ τους διαφορές και διακρίνοντας ένα έξωθεν. Η κενότητα του σημαίνοντος αντιπροσωπεύει την αδύνατη ολότητα του συστήματος. (Staheli στο Critchley & Marchart, 2004: 233) 

Ο Λακλάου ισχυρίζεται πως η σχέση με το έξωθεν στοιχείο είναι απαραίτητα ανταγωνιστική. Σε μια ανταγωνιστική σχέση το έξωθεν αντιπροσωπεύεται σαν το στοιχείο που απειλεί την ίδια την υπόσταση του συστήματος. 

Εδώ προκύπτει ένα πρόβλημα που έχουν εντοπίσει πολλοί μελετητές της ρηματικής θεωρίας. Η πρωταρχική εξαίρεση, που είναι καταστατική για κάθε λόγο, σημαίνει κατ’ ανάγκη και την ύπαρξη μιας ανταγωνιστικής σχέσης; Ο Stäheli, βασισμένος στην θεωρία συστημάτων, επιχειρεί να δείξει ότι η βασική αυτοαναφορά ενός λόγου χαρακτηρίζεται από μία αδιαφορία απέναντι στις μη-ισοδύναμες στιγμές. Σε αυτή τη περίπτωση θα πρέπει να σχετικοποιήσουμε την κατάσταση του ανταγωνισμού. Ο Staheli πιστεύει ότι πρέπει να περιοριστεί η υπερπολιτικοποιημένη αντίληψη των ανταγωνιστικών λόγων του Λακλάου, τουλάχιστον εάν θέλουμε να αναπτύξουμε μια κοινωνική θεωρία βασισμένη στην έννοια του λόγου. Αυτή η θεωρητική απόφαση πρέπει να ληφθεί εφόσον η ρηματική θεωρία θέλει να διευρύνει την θεωρητική και εμπειρική της εστίαση και δεν αρκείται πλέον στο να αναλύει τους πολιτικούς λόγους με μία στενή έννοια. (Staheli στο Critchley & Marchart, 2004: 238) 

Συνεπώς, αυτό που πρέπει να ξεκαθαρίσει κάθε ρηματική ανάλυση των πολιτικών ανταγωνισμών είναι οι ιστορικές συνθήκες της πιθανότητας για μια ανταγωνιστική άρθρωση. Ο ίδιος ο ανταγωνισμός, γίνεται τότε ένα ρηματικό γεγονός που πρέπει να εξηγηθεί και το οποίο δεν μπορούμε να προϋποθέσουμε. Μία τέτοια ανάλυση πρέπει να εξηγήσει τις ρηματικές στρατηγικές που χρησιμοποιούνται για την δημιουργία μιας ανταγωνιστικής άρθρωσης στο επίπεδο του λόγου. Υπό αυτή την έννοια το πολιτικό τοποθετείται ταυτόχρονα τόσο πριν όσο και μετά από τον ανταγωνισμό. Μια που δεν υπάρχουν φυσικοί ανταγωνισμοί, η ίδια η κατασκευή του ανταγωνισμού αποτελεί τον δυνητικό τόπο του Πολιτικού. (Staheli στο Critchley & Marchart, 2004: 239). 

Σχολιάζοντας την μετά-ηγεμονία και τις πιο σύγχρονες θέσεις του Λακλάου ο Arditi (2007) αναφέρει ότι υπάρχουν τρόποι άσκησης της πολιτικής οι οποίοι να ξεπερνούν την νέο-Γκραμσκιανή λογική της ηγεμονίας και της αντί-ηγεμονίας που να είναι χαρακτηριστικοί του μεγαλύτερου μέρους από αυτό που σήμερα κατατάσσεται ως «πολιτική», προοδευτική ή μη. 

Δεν πρέπει να μπερδέψουμε την μετά-ηγεμονία με μετατόπιση από το μακρό- στο μικρό- ούτε με την μετακίνηση από το κυρίαρχο ρεύμα και το ιδρυματικό περιβάλλον σε εναλλακτικές μορφές πολιτικής. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι το μέγεθος ή η απόρριψη του παραδοσιακού αλλά το αν η πολιτική δραστηριότητα ακολουθεί το μοτίβο μιας ευρείας συναίνεσης που δημιουργείται από την συνήθη ηγεμονική πρακτική της διάρθρωσης μιας αλυσίδας ισοδυναμίας μεταξύ συγκεκριμένων ομάδων, αγώνων και αιτημάτων. Η μανιχαϊστική σκέψη κάνει τα πράγματα ιδιαίτερα ξεκάθαρα αλλά όχι κατ’ ανάγκην ιδιαίτερα σωστά. 

Τέλος, σχολιάζοντας το βιβλίο του Λακλάου Οn Populist Reason, ο Arditi (2010) συμπεραίνει ότι παρόλο που πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο το οποίο μας βοηθά να παρακολουθήσουμε την τροχιά του έργου του Λακλάου κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, ο ίδιος παραμένει επιφυλακτικός στην εκτίμησή του για το τι προσφέρει το βιβλίο καθώς η θεωρία του Λακλάου για την πολιτική ως λαϊκισμό φαντάζει σαν μια απλή παραλλαγή της θεωρίας του για την πολιτική ως ηγεμονία. 

O Ζίζεκ συμπεριλαμβάνεται πλέον στους επικριτές του Ερνέστο Λακλάου και μάλιστα είναι ιδιαίτερα αιχμηρός. Πίσω από την ιστορική αφήγηση της αυξανόμενης αποσύνθεσης του κλασικού ουσιοκρατικού μαρξισμού και την εμφάνιση ενός πλήθους νέων λαϊκών ιστορικών παραγόντων για την οποία συνηγορεί ο Λακλάου στο έργο του, ο Ζίζεκ υποστηρίζει ότι βρίσκεται μια κάποια «παραίτηση», η παραίτηση κάθε πραγματικής προσπάθειας για να ξεπεραστεί το υφιστάμενο καπιταλιστικό φιλελεύθερο καθεστώς». (Laclau, 2007: 233) Βασικό σημείο διαφωνίας των δύο θεωρητικών είναι η απόρριψη εκ μέρους του Ζίζεκ ότι όλα τα στοιχεία που θα τεθούν σε ηγεμονικό αγώνα είναι κατ’ αρχήν ίσα. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι στη σειρά των αγώνων υπάρχει πάντα ένας, η ταξική πάλη, η οποία, ενώ είναι μέρος της αλυσίδας, υπερκαθορίζει τον ίδιο της τον ορίζοντα. 

O Λακλάου απαντά στη κριτική του Ζίζεκ, κατηγορώντας τον ταυτόχρονα για ελλιπή κατανόηση και παρερμήνευση του επιχειρήματός του. «Οι λαϊκές ταυτότητες, κατά την άποψη μου, αποτελούν πάντα ολότητες. Είναι αλήθεια ότι έχω μιλήσει για μερικούς αγώνες και αιτήματα, αλλά αυτή η μερικότητα δεν έχει να κάνει με προοδευτισμό: η έννοια της μερικότητας μου συγκλίνει με αυτό που στην ψυχανάλυση ονομάζεται «μερικό αντικείμενο» - δηλαδή, μια μερικότητα που λειτουργεί ως ολότητα. Για τον ίδιο λόγο, η μερικότητα ενός ηγεμονικού ορίζοντα δεν συνεπάγεται κανενός είδους παραίτηση. Έτσι, αυτό που ο Žižek αγνοεί είναι η όλη λογική του Objet petit a, το οποίο, όπως υποστήριξα πριν, είναι ταυτόσημο με την ηγεμονική λογική. Η εναλλακτική λύση που παρουσιάζει είναι: είτε να έχουμε πρόσβαση στο αντικείμενο ως τέτοιο, ή να έχουμε καθαρές μερικότητες που δεν συνδέονται με οποιαδήποτε ολοκληρωτικό αποτέλεσμα. Νομίζω ότι ένας λακανικός όπως ο Ζίζεκ πρέπει να ξέρει καλύτερα». (Laclau, 2007: 234) 

Ο Λακλάου καταπιάνεται και με τον ισχυρισμό του Ζίζεκ ότι «υπάρχει πάντα ένα στοιχείο που, ενώ «είναι μέρος της αλυσίδας, υπερκαθορίζει τον ορίζοντα της». Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάτι πιο θεμελιώδες από την πάλη για την ηγεμονία, κάτι που δομεί το έδαφος επί του οποίου η τελευταία λαμβάνει χώρα. Σύμφωνα με τον Ζίζεκ σε κάθε δυνατή κοινωνία αυτός ο καθοριστικός ρόλος αντιστοιχεί απαραίτητα στην οικονομία. Για τον Λακλάου, ο Ζίζεκ δεν παρουσιάζει ένα ιστορικό αλλά ένα υπερβατικό επιχείρημα. (Laclau, 2007: 236) Επί της ουσίας, ο Λακλάου σχολιάζει πως κανείς δεν αμφισβητεί σοβαρά την κεντρική σημασία της οικονομίας. Οι δυσκολίες, λέει, «ξεκινούν όταν μετατρέπει την οικονομία σε μια αυτο-ορισμένη ομοιογενής περίπτωση που λειτουργεί ως το έδαφος της κοινωνίας». Η καπιταλιστική αναπαραγωγή δεν μπορεί να μειωθεί σε ένα μονό, αυτό-καθορισμένο μηχανισμό. (Laclau, 2007: 237) 

Ο Λακλάου θα συνεχίσει στο ίδιο αυστηρό ύφος και μπορούμε να πούμε πως περνά στην αντεπίθεση όταν σχολιάζει τη θέση του Ζίζεκ ότι δεν υπάρχει κανένας έγκυρος απελευθερωτικός αγώνας, εκτός από αυτόν που είναι πλήρως και άμεσα αντικαπιταλιστικός. Το πρόβλημα, για τον Λακλάου είναι πως ο Ζίζεκ δεν δίνει καμία ένδειξη για το πώς θα μπορούσε να είναι αυτός ο αντικαπιταλιστικός αγώνας ενώ παράλληλα απορρίπτει με ευκολία τους πολυπολιτισμικούς, αντισεξιστικούς και αντιρατσιστικούς αγώνες επειδή δεν είναι άμεσα αντικαπιταλιστικοί (Laclau, 2007: 237). O Λακλάου εύλογα υποστηρίζει ότι η καπιταλιστική κυριαρχία δεν είναι αυτεξούσια, αλλά αποτέλεσμα μιας ηγεμονικής δομής κι ως εκ τούτου μένει πιστός στην ανάγκη για έναν «πόλεμο θέσεων» με την γκραμσιανή έννοια του όρου. (Laclau, 2007: 236) 

Ο Λακλάου βρίσκεται σε θεωρητική σύγκρουση, όπως είναι αναμενόμενο και με το μετα-ηγεμονικό δίδυμο των Χάρντ και Νέγκρι, οι οποίοι πιστεύουν ότι τα κινήματα πρέπει να επιδιώξουν να ξεφύγουν από την ηγεμονική σκέψη. Η μετα-ηγεμονία στο πεδίο των κινημάτων εκφράζεται με την αντίθεση στη συγκέντρωση ισχύος και τις σχέσεις αντιπροσώπευσης. Ο Λακλάου θα επισημάνει ότι οι Χάρντ και Νέγκρι έχουν οδηγηθεί σε ένα ακραίο συμπέρασμα, όπου η στρατηγική εξαφανίζεται εντελώς, ενώ άσχετες παρεμβάσεις τακτικής γίνονται το μόνο παιχνίδι στην πόλη. «Μόνο ακριβείς κάθετοι αγώνες αναγνωρίζονται ως αντικείμενα μιας αγωνιστικής εμπλοκής, ενώ η άρθρωση τους επαφίεται στο Θεό (ή στη Φύση). Με άλλα λόγια, έχουμε την πλήρη έκλειψη της πολιτική». (Laclau, 2007: 242) Οι συγγραφείς του Πλήθους και της Αυτοκρατορίας δεν έχουν καμία συνεκτική εξήγηση για την πηγή των κοινωνικών ανταγωνισμών. Ο Λακλάου εστιάζει σε συγκεκριμένες αδυναμίες των Χάρντ και Νέγκρι. Πρώτον, υπεραπλουστεύουν τις τάσεις προς την ενότητα μέσα στο πλήθος. Έχουν ένα υπερβολικά αισιόδοξο όραμα για αυτές τις τάσεις. Δεύτερον, τείνουν να μειώσουν τη σημασία των συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα μέσα στην Αυτοκρατορία. Αλλά τρίτον, και σημαντικότερο, δεν είναι σε θέση να δώσουν οποιοδήποτε συνεκτική περιγραφή της φύση της ρήξης που θα οδηγούσε από την Αυτοκρατορία στη δύναμη του Πλήθους. (Laclau, 2007: 243). 

Σημαντικό σημείο κριτικής στο έργο του Ερνέστο Λακλάου είναι ο τρόπος που προσεγγίζει την κοινωνική τάξη. Στο έργο του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το να θεωρείται η εργατική τάξη ως η κοινωνική ομάδα που θα παίξει τον ηγεμονικό ρόλο στην επαναστατική διαδικασία, μειώνει τον ρόλο των άλλων ανταγωνισμών και ισοδυναμεί με την υποβάθμιση των υπόλοιπων ταυτοτήτων σε δεύτερο πλάνο. Η θεωρία της ηγεμονίας που προτείνει ο Λακλάου είναι ζήτημα της καταστατικής σχέσης ανάμεσα στο καθολικό και το μερικό. Η στιγμή της καθολικότητας είναι για τον Λακλάου είναι η πολιτική στιγμή του ηγεμονικού αγώνα κι όχι μια συμφιλίωση του καθολικού με το μερικό. 

Οι απόψεις αυτές του Λακλάου προκάλεσαν σημαντικές αντιδράσεις στην διεθνή βιβλιογραφία. Μια σαφή εικόνα της σχετικής συζήτησης έχουμε στο βιβλίο Ενδεχομενικότητα, Ηγεμονία, Καθολικότητα (2000). Εκεί, η Μπάτλερ αναφέρει ότι το καθολικό, δεν είναι ποτέ ένας άδειος χώρος που περιμένει να καλυφθεί αλλά ένας χώρος που ήδη περιέχει αποκηρυγμένα ή καταπιεσμένα περιεχόμενα. Η Μπάτλερ αμφισβητεί, λοιπόν με αυτό τον τρόπο, τη λογική της ηγεμονίας του Λακλάου και θεωρεί ότι οδηγεί σε μια οιονεί καντιανή αντίληψη του κοινωνικού που συγχέει την χειραφέτηση με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. 

Πέραν της τοποθέτησης της Μπάτλερ κρίνεται απαραίτητο να περιγράψουμε έναν ακόμα διάλογο ανάμεσα στον Ζίζεκ και τον Λακλάου ο οποίος αποδίδει με αρκετά ανάγλυφο τρόπο τις διαφοροποιήσεις του ρεύματος της λακανικής αριστεράς σε ότι αφορά την τάξη και τελικά την καθολικότητα στην οποία μπορεί να προσβλέπει ένα πολιτικό σχέδιο. 

Ο Ζίζεκ όπως είδαμε και παραπάνω θα υποστηρίξει ότι πάντα υπάρχει ένα στοιχείο που έχει την δύναμη να αναμορφώσει τα υπόλοιπα στοιχεία μιας αλυσίδας ισοδυναμίας και αυτό δεν είναι άλλο από την τάξη. Με αυτό τον τρόπο εισάγει την μαρξιστική προβληματική των ασύμμετρων σχέσεων στη συζήτηση για την ταυτότητα. 

Σύμφωνα με τον Λακλάου, η καθολικότητα ενώ είναι κάτι που δεν μπορεί να επιτευχθεί, ταυτόχρονα είναι κάτι που πρέπει να επιζητά ένας πολιτικός λόγος. Να το επιζητά όμως έχοντας εν γνώση του το παραπάνω γεγονός και γνωρίζοντας ότι οποιαδήποτε καθολικότητα μπορεί να αρθρωθεί μόνο σαν άθροισμα μερικοτήτων εντός της αλυσίδας ισοδυναμίας. Αυτό βέβαια παρότι είναι προς αναζήτηση, πρέπει να γίνεται κατανοητό πως μπορεί να επιτευχθεί μόνο ενδεχομενικά. Η ηγεμονία είναι ο αγώνας για την κατάκτηση της καθολικότητας. Το ποιος θα κατακτήσει αυτό το χώρο είναι ένα αυστηρά πολιτικό ζήτημα, δεν βασίζεται σε κάποια φιλοσοφική αντίληψη αναγκαιότητας και δεν είναι ανεξάρτητο από πρακτικές ηγεμονίας. Οποιαδήποτε άλλη αντίληψη πιο αισιόδοξη σε σχέση με την σύλληψη της καθολικότητας και την υπόσχεση περάτωσής της, μπορεί να οδηγήσει σε τελεολογία. Ο Λακλάου παίρνει την πολυπολιτισμικότητα ως σημείο εκκίνησης για να σκεφτεί την καθολικότητα και επιμένει πως πρέπει να βλέπουμε την καθολικότητα σαν ορίζοντα κι όχι σαν θεμέλιο. 

Από την άλλη, ο Ζίζεκ ισχυρίζεται ότι η καθολικότητα είναι δυνατή είναι όμως και φευγαλέα με την έννοια ότι η εκάστοτε καθολικότητα έχει πάντοτε το σημείο εξαίρεσής της, το σύμπτωμά της, του οποίου η κατανόηση, οδηγεί σε έναν νέο αναστοχασμό πάνω στην σχέση πραγματικότητας και πραγματικού. 

Αυτή η αντιπαράθεση οδηγεί τον Ζίζεκ να απευθύνει στον Λακλάου την κατηγορία ότι αφήνει τον καπιταλισμό άθικτο, ως το «μόνο παιχνίδι στη πόλη», γιατί αν αποδεχτεί κανείς την ριζική αδυνατότητα της καθολικότητας μάλλον χάνει όλες τις ελπίδες να ανατρέψει τον καπιταλισμό. 

Τέλος, υπάρχουν πολλοί που θεωρούν αναποτελεσματική την έννοια της Ηγεμονίας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και διερευνούν το πεδίο της μετα-ηγεμονίας. Υποστηρίζουν πως η κυριαρχία δεν περνά πλέον μέσα από την ιδεολογία, επομένως η αναφορά στην έννοια της ηγεμονίας δεν είναι απαραίτητη στην κατανόηση της σύγχρονης εποχής. Τα καθεστώτα, οι κυρίαρχοι εξασφαλίζουν μια αποδοχή που μπορεί να είναι μια παθητική αποδοχή ανάγκης έναντι στην ενεργό αποδοχή και συναίνεση που σήμαινε η ηγεμονία στον Γκράμσι. Οι παράγοντες που συμβάλουν σε αυτό το είδος της κυριαρχίας είναι η καταστολή, η βία, η αναγκαιότητα και τα συναισθήματα φόβου και ανασφάλειας που βιώνουν οι υποτελείς τάξεις. Η εξουσία δεν δρα μέσω του συμβολικού, δηλαδή μέσω της ηγεμονίας αλλά ασκεί ωμή κυριαρχία. Πρόκειται για μια ανοικτή συζήτηση στο παρόν που προσφέρει πολύ ενδιαφέρουσες θεωρητικές συνεισφορές και δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω σε αυτό το κείμενο. Το ενδιαφέρον μας στο παρόν κείμενο ήταν να περιγράψουμε μερικές από τις συζητήσεις που προκάλεσε το έργο του Λακλάου αλλά και να αναδείξουμε θέματα και συζητήσεις που ανακύπτουν ακόμα και σήμερα έχοντας ως βάση κάποια θέση ή ιδέα που επεξεργάστηκε ο Αργεντινός θεωρητικός. Εάν ένα σημαντικό κριτήριο για την αξία ενός θεωρητικού έργου είναι οι συζητήσεις που αυτό γεννά, τότε το έργο του Λακλάου κρίνεται ως ιδιαίτερα πετυχημένο. 

Επιμέλεια και μετάφραση: Αντώνης Γαλανόπουλος 

Βιβλιογραφία 
Arditi, Β. (2007). Post-hegemony: politics outside the usual post-Marxist paradigm. Contemporary Politics, 13:3, 205-226 
Arditi, B. (2010). Populism is Hegemony is Politics? On Ernesto Laclau’s On populist reason. Constellations, 17:3,488-497 
Butler, J., Laclau, E. and Zizek, S.(2011). Contingency, Hegemony, Universality: Contemporary Dialogues on the Left. London: Verso books 
Critchley, S. and Marchart, O. (2004). Laclau: A Critical Reader. London: Routledge 
Laclau, E. (2007). On Populist Reason. London: Verso books 

Σημείωση: Διαβάστε ολόκληρο το θεματικό ψηφιακό περιοδικό μας για το έργο του Ερνέστο Λακλάου εδώ.
Το έργο του Λακλάου στο μικροσκόπιο της κριτικής Το έργο του Λακλάου στο μικροσκόπιο της κριτικής Reviewed by Afterhistory on 8:08:00 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.