Μια αποτίμηση του Ευρωκομμουνισμού, 23 χρόνια από τη διάλυση του P.C.I.

Στις 3 Φεβρουαρίου του 1991, το ιστορικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας (PCI) διασπάται σε Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς και Κόμμα της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας με ηγετη τον Ενρίκo Μπερλινγκουέρ έχει ταυτιστεί με το ρεύμα του Ευρωκομμουνισμού. Με αφορμή την επέτειο διάλυσής του, δημοσιεύουμε το παρακάτω απόσπασμα με τίτλο "Ο ευρωκομμουνισμός, 1968-1980: Ένας πόλεμος θέσεων" από το βιβλίο Σφηρηλατώντας τη Δημοκρατία" του Geoff Eley.


Στην Ιταλία η δημοκρατία κινδύνευε να καταρρεύσει. Μετά την έκρηξη τριών βομβών τον Δεκέμβριο του 1969 –μία στο Μιλάνο με δεκαέξι νεκρούς και δύο στη Ρώμη με δεκαοχτώ τραυματίες–, οι αναρχικοί βρέθηκαν στο στόχαστρο των αρχών αλλά, στην πραγματικότητα, ένοχοι για τις εγκληματικές αυτές ενέργειες ήταν οι νεοφασίστες σε συνεργασία με τις μυστικές υπηρεσίες. Οι τελευταίες υιοθέτησαν τη «στρατηγική της έντασης» για την αντιμετώπιση της Αριστεράς: περιορισμός των πολιτικών ελευθεριών, επιβολή κατάστασης έκτακτης ανάγκης και σχεδιασμός πραξικοπημάτων. Η στρατηγική αυτή στηριζόταν σε ένα μυστικό πλέγμα κυβερνητικών στελεχών, στρατιωτικών, μυστικών υπηρεσιών και μεγαλοεπιχειρηματιών που συνδέονταν με το Βατικανό και βέβαια, με τη μαφία. Φαίνεται πως στο επίκεντρό του βρισκόταν μια αντικομμουνιστική μασονική στοά, η Προπαγάνδα Δύο (Ρ-2), που είχε ιδρυθεί από τον Λίτσο Τζέλι, παλιό στέλεχος του φασισμού. Ακολούθησαν οχτώ νεκροί από βόμβες σε μια αντιφασιστική συγκέντρωση στην Μπρέσα τον Μάιο του 1974, και άλλοι δώδεκα τον επόμενο Αύγουστο από μια βομβιστική ενέργεια στο τρένο που συνέδεε τη Φλωρεντία με την Μπολόνια. Την ίδια εποχή κλιμακώθηκε η νεοφασιστική βία στα αστικά κέντρα του βορρά. Στις εκλογές του 1972 το νεοφασιστικό Κοινωνικό Κίνημα Ιταλίας (MSI) κέρδισε το 8,7% των ψήφων, το ψηλότερο ποσοστό που πήρε ποτέ. Παράλληλα και οι Ερυθρές Ταξιαρχίες πέρασαν από τη βίαιη «προπαγάνδα της πράξης» (απαγωγές, ξυλοδαρμοί διευθυντικών στελεχών και προϊσταμένων, επιθέσεις σε περιουσίες) σε δραματικά ένοπλα χτυπήματα, αρχίζοντας με την απαγωγή του δικαστή της Γένοβας Μάριο Σόσι, ο οποίος απελευθερώθηκε τον Απρίλιο του 1974 μετά από τριάντα πέντε ημέρες κράτησης. Από το 1974 έως το 1976, οι επιθέσεις της αστυνομίας και οι ανταλλαγές πυροβολισμών κράτησαν την αριστερή τρομοκρατία στην επικαιρότητα.

Όσο εκτυλίσσονταν αυτές οι πολιτικές εντάσεις στην Ιταλία και οι ευπαθείς μεταπολιτεύσεις στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία και την Ισπανία, οι κομμουνιστές τόνιζαν διαρκώς την απειλή της Δεξιάς. Η τελευταία εκδηλώθηκε δραματικά τον Σεπτέμβριο του 1973 στη Χιλή, με το στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον της κυβέρνησης Λαϊκής Ενότητας του προέδρου Σαλβαδόρ Αλιέντε, που με τον κοινοβουλευτικό σοσιαλισμό του είχε αναπτερώσει τις ελπίδες της Αριστεράς. Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (PCI), άντλησε το πολιτικό δίδαγμα. Ανακαλώντας την κληρονομιά του Τολιάτι, επιδίωξε την ευρύτερη δυνατή συναίνεση για την υπεράσπιση και τη διεύρυνση της δημοκρατίας. Η Χιλή έδειχνε «τον άμεσο κίνδυνο να διχαστεί το έθνος», αφού οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις καταφεύγουν πάντοτε στη βία όταν τα λαϊκά κινήματα καταγράφουν σημαντικές νίκες. Το κομμουνιστικό κόμμα λοιπόν θα έπρεπε να αναβιώσει τον θεμελιωτικό συνασπισμό της ιταλικής δημοκρατίας, συσπειρώνοντας γύρω του όχι μόνο τους σοσιαλιστές αλλά και τον τρίτο πόλο του «λαϊκού κινήματος», δηλαδή τους καθολικούς. Το άνοιγμα της χριστιανοδημοκρατίας προς τα αριστερά θα διασφάλιζε τη δημοκρατία έναντι της Δεξιάς, θα απέτρεπε την πόλωση της κοινωνίας σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα και θα επέτρεπε να γίνουν έπειτα νέα
βήματα προόδου.

Αυτό ήταν ο «ιστορικός συμβιβασμός» του Μπερλινγκουέρ: η συσπείρωση κάτω από την ίδια σημαία των τριών μεγάλων λαϊκών παραδόσεων της Ιταλίας –κομμουνισμός, σοσιαλισμός και καθολικισμός– με στόχο μια νέα δημοκρατική αλλαγή. Οι εκλογικοί συσχετισμοί ήταν με το μέρος του. Το 1972 το PCI είχε πάρει το 27,2% των ψήφων και μαζί με τους σοσιαλιστές είχαν συνολικό εκλογικό ποσοστό 36,8%, δηλαδή πολύ μικρό για να κυβερνήσουν. Το 1968 το συνολικό ποσοστό της Αριστεράς είχε αγγίξει για λίγο το επιβλητικό 45,8%, καθώς το αντικομμουνιστικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα συνασπίστηκε περιστασιακά με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Αλλά η συσπείρωση της Αριστεράς πάνω σε αυτή τη βάση προοιωνιζόταν ακριβώς την κοινωνιακή πόλωση που φοβόταν ο Μπερλινγκουέρ – από τη μια πλευρά ένα λαϊκό μπλοκ κομμουνιστών, σοσιαλιστών και σοσιαλδημοκρατών, και από την άλλη οι χριστιανοδημοκράτες, αναγκασμένοι να ζευγαρώσουν με τους νεοφασίστες. Ακόμη και στην απίθανη περίπτωση που θα μπορούσε να συγκροτηθεί ένα τέτοιο μέτωπο της Αριστεράς, και έστω κι αν κέρδιζε την εκλογική πλειοψηφία, και πάλι δεν θα μπορούσε να κυβερνήσει τη χώρα ενάντια στους χριστιανοδημοκράτες που κατείχαν θέσεις-κλειδί στο κράτος, στην οικονομία και την κοινωνία. Με όλους τους αρνητικούς οιωνούς λοιπόν –ενίσχυση του νεοφασιστικού MSI, ακροδεξιά τρομοκρατία και «στρατηγική της έντασης» από την πλευρά της Δεξιάς– ένα σοσιαλιστικό μπλοκ εξουσίας θα έπρεπε να περιμένει σαμποτάζ ανάλογα εκείνων της Χιλής. Για τον Μπερλινγκουέρ, το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα της Ιταλίας» ήταν να αποφευχθεί αυτή η έκβαση.

Προσπάθησε επομένως να προσεταιριστεί τους χριστιανοδημοκράτες. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι τελευταίοι βρίσκονταν σε αδιέξοδο μετά την ταπεινωτική τους ήττα στο δημοψήφισμα για τη νομιμοποίηση των διαζυγίων τον Μάιο του 1974, καταρρακωμένοι από μια σειρά σκανδάλων διαφθοράς στα οποία είχαν εμπλακεί πολλά στελέχη τους, και με μια ηγεσία που κατηγορούνταν ότι χρησιμοποιούσε τη «στρατηγική της έντασης» για να προετοιμάσει ένα γκολικού τύπου πραξικόπημα. Η ιταλική πολιτική ζωή είχε αποτελματωθεί. Ούτε η Αριστερά ούτε η Δεξιά μπορούσαν να εδραιώσουν την ηγεμονία τους. Ήταν αδύνατο μάλιστα η Δεξιά να επιβληθεί με τη βία, καθώς οι κοινωνικές αντιδράσεις θα ήταν πανίσχυρες. «Η ασταθής αυτή ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στα δύο κύρια κόμματα», με τους κομμουνιστές «όχι αρκετά ισχυρούς για να κυβερνήσουν χωρίς το κέντρο, και τους χριστιανοδημοκράτες ανίκανους πια να κυβερνούν με τον παλιό γνωστό τρόπο», απαιτούσε νέες πρωτοβουλίες. Ο Ότο Μπάουερ είχε υποστηρίξει κάτι ανάλογο τη δεκαετία του 1920, όταν το SPO κυριαρχούσε στη Βιένη αλλά έμενε αποκλεισμένο από τη διακυβέρνηση της χώρας, με συνέπεια να δημιουργηθεί μια παρόμοια κατάσταση που εγκυμονούσε μεγάλους κινδύνους αλλά και έδινε στην Αριστερά μια ανεπανάληπτη ευκαιρία. Στην Αυστρία είχε οδηγήσει στη συντριβή του εργατικού κινήματος και το θρίαμβο του κληρικοφασισμού το 1934. Για τον Μπερλινγκουέρ όμως, αυτό το παράδειγμα απλώς έδειχνε πόσο αναγκαίο ήταν να βρεθεί η σωστή στρατηγική.

Αν αυτή πετύχαινε, το έπαθλο θα ήταν η θεμελιακή αναδιάταξη της ιταλικής κοινωνίας, έτσι όπως την είχαν κάποτε οραματιστεί ο Γκράμσι και ο Τολιάτι. Και μάλιστα στην αρχή η στρατηγική του Μπερλινγκουέρ έδειχνε να πετυχαίνει. Στις τοπικές και περιφερειακές εκλογές τον Ιούνιο του 1975 το ποσοστό του PCI αυξήθηκε στο 33,4% (δηλαδή 7,6% περισσότερο από τις εκλογές του 1970), ενώ η χριστιανοδημοκρατία έπεσε ελαφρά στο 35,3%. Στα οχυρά της αριστερής συμμαχίας κομμουνιστών και σοσιαλιστών –Εμίλια Ρομάνια, Τοσκάνη και Ούμπρια– προστέθηκαν τώρα η Λομβαρδία, το Πεδεμόντιο, η Λιγουρία και όλες οι μεγάλες πόλεις εκτός από το Παλέρμο και το Μπάρι. Ένα χρόνο αργότερα, οι κοινοβουλευτικές εκλογές επιβεβαίωσαν την ίδια ανοδική τάση της Αριστεράς. Παρά τις απροκάλυπτες πιέσεις του τότε υπουργού των Εξωτερικών των ΗΠΑ Henry Kissinger, που θύμιζαν την αντικομμουνιστική επέμβαση του 1948, το κομμουνιστικό κόμμα συγκέντρωσε το 34,4% των ψήφων, ενώ η Αριστερά στο σύνολό της έφτασε το εντυπωσιακό 46,7%.

Αυτό ήταν το πλαίσιο, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο ευρωκομμουνισμός. Ο όρος επινοήθηκε από φιλελευθέρους που κατήγγελλαν τον δήθεν μεταρρυθμισμένο κομμουνισμό ο οποίος όμως στην πραγματικότητα προωθούσε την ύπουλη σοβιετοποίηση της Ευρώπης.Ο Μπερλινγκουέρ έσπευσε να τον υιοθετήσει, εκθειάζοντας τον διαφορετικό δρόμο για το σοσιαλισμό που ακολουθούσαν τα κόμματα της δυτικοευρωπαϊκής Αριστεράς. Ο Σαντιάγκο Καρίλιο πάλι, στην προσπάθειά του να μπει επικεφαλής της ισπανικής μεταπολίτευσης, χρησιμοποίησε τον όρο ακόμη πιο φιλόδοξα, μιλώντας για τον «ευρωκομμουνιστικό δρόμο προς την εξουσία». Το βιβλίο του Ο «ευρωκομμουνισμός» και το κράτος έδωσε το στίγμα στη συνάντηση κορυφής των κομμουνιστικών κομμάτων της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στη Μαδρίτη τον Μάρτιο του 1977, με σιωπηρό σημείο αναφοράς την Άνοιξη της Πράγας. Ο Μπερλινγκουέρ και οι άλλοι ηγέτες τόνισαν τις διαφωνίες τους με τη Μόσχα συνεχίζοντας να επικρίνουν τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, διεκδικώντας το δικαίωμα κάθε χώρας να ακολουθήσει τον δικό της δρόμο προς το σοσιαλισμό και υποστηρίζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Σοβιετική Ένωση.

Ο ευρωκομμουνισμός ήταν αλληλένδετος με την κληρονομιά του φασισμού, καθώς ήταν ακριβώς οι μεσοπολεμικές ήττες της Αριστεράς στην Ιταλία και την Ισπανία εκείνες που ενέπνευσαν τη νέα αυτή αντιμαξιμαλιστική στρατηγική, της ευρείας συμμαχίας των δημοκρατικών δυνάμεων. Παρόμοια οι Ισπανοί κομμουνιστές έλπιζαν να επαναλάβουν μετά το θάνατο του Φράνκο την επιτυχία του ιταλικού PCI το 1944-47, που εξασφάλισε το μεγάλο λαϊκό του έρεισμα χάρη στον αντιφασιστικό του αγώνα. Οι αρχιτέκτονες του ευρωκομμουνισμού, ο Μπερλινγκουέρ και ο Καρίλιο, επικαλούνταν τον ηρωισμό των αντιφασιστών, ενώ συνάμα έστρεφαν τα κόμματά τους προς ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον, εγκαταλείποντας τη μόνιμη αντιπολίτευση, τη «δικτατορία του προλεταριάτου» και την υπακοή στη Μόσχα. Σταθερός στόχος της στρατηγικής τους ήταν να αποτραπεί ο κίνδυνος της αντεπανάστασης, η οποία θα μπορούσε να προκύψει είτε από τη «στρατηγική της έντασης» που ακολουθούσε η Δεξιά στην Ιταλία είτε από νέα φρανκιστικά πραξικοπήματα στην Ισπανία. Ο αντιφασιστικός αγώνας αναζωογονήθηκε ως «σύμβολο εθνικής ενότητας».

Το Κομμουνιστικό Κόμμα έσπασε το πολιτικό αδιέξοδο στηρίζοντας από τη θέση της αντιπολίτευσης τη χριστιανοδημοκρατική κυβέρνηση και συζητώντας για κοινά προγράμματα. Ο Πιέτρο Ινγκράο (Pietro Ingrao), ηγέτης της αριστερής πτέρυγας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, έγινε ο πρώτος κομμουνιστής πρόεδρος της Βουλής. Ο Μπερλινγκουέρ δικαιολόγησε τη στάση του κόμματος: αναλάμβανε τις ευθύνες του απέναντι στο έθνος σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και κινδύνων για τη δημοκρατία. Η εποχή που η παλιά πολιτική ελίτ μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε είχε περάσει για πάντα, υποστήριξε, τώρα πρέπει να «μας ρωτά» και όχι απλώς να «επιβάλλει θυσίες στην εργατική τάξη». Με την υπεύθυνη στάση του, το PCI αποκτούσε το δικαίωμα να κυβερνήσει τη χώρα. Θα προωθούσε τότε «μια βαθύτατη αλλαγή στις οικονομικές και κοινωνικές δομές της χώρας, στη λειτουργία του κράτους και ολόκληρου του δημόσιου τομέα, στις σχέσεις εξουσίας, στον ίδιο τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες του κόσμου». Με το όραμα αυτό, που ένωσε ολόκληρο το κόμμα, ο ευρωκομμουνισμός έφτασε στο απόγειό του. Στις εκλογές του 1976 συσπείρωσε τις προοδευτικές δυνάμεις γύρω από το PCI και γέννησε μεγάλες ελπίδες στην Αριστερά πολλών άλλων χωρών.

Ωστόσο η στρατηγική αυτή έπαθε εμπλοκή. Αντί να φέρει τις δομικές αλλαγές που υποσχόταν, ο Ιστορικός Συμβιβασμός απλώς άμβλυνε τη μαχητικότητα του ιταλικού κομμουνισμού. Βέβαια, σε αυτό συνέβαλαν ορισμένες απρόβλεπτες εξελίξεις. Μόλις φτιάχτηκε η Κυβέρνηση Εθνικής Αλληλεγγύης, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απήγαγαν τον Άλντο Μόρο, τον κύριο σύμμαχο του Μπερλινγκουέρ στο Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα, και τον Μάρτιο του 1978 η δημοκρατία βυθίστηκε σε κρίση. Το PCI ακολούθησε απόλυτα αδιάλλακτη γραμμή απέναντι στις Ερυθρές Ταξιαρχίες: διακυβευόταν η δημοκρατία, και κάθε τυχόν υποχώρηση απλώς θα ενθάρρυνε την τρομοκρατία. Αυτό ήταν σωστό: τελικά ο Μόρο εκτελέστηκε, αλλά η ένοπλη εξέγερση χρεοκόπησε και, μετά από μια περίοδο βίας και έντασης των κατασταλτικών μέτρων από την αστυνομία, η τρομοκρατία έσβησε. Η πολιτική ζωή της χώρας είχε όμως στο μεταξύ εκτροχιαστεί. Το κομμουνιστικό κόμμα έγινε «το κόμμα της έννομης τάξης, προμαχώνας της δημοκρατικής νομιμότητας, ασπίδα του συντάγματος» – πράγματα που ακούγονταν εντελώς τολιατικά, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρονταν σε ένα κράτος διεφθαρμένο και διάτρητο από τους μηχανισμούς και τα επενδυμένα συμφέροντα της χριστιανοδημοκρατίας, σε μια καλολαδωμένη μηχανή δωροδοκιών και αχαλίνωτου ιδιωτικού πλουτισμού. Περιορίζοντας τα δικαιώματα των πολιτών και ενισχύοντας την αστυνομοκρατία, η αντιτρομοκρατική πολιτική κατέλυσε ωμά κάθε εγγύηση των πολιτικών ελευθεριών από το PCI. Ακολουθώντας τόσο στενά τους χριστιανοδημοκράτες, οι κομμουνιστές κατέστρεψαν τους δεσμούς τους με την ευρύτερη Αριστερά. Όπως το έθεσε ο Λουτσάνο Λάμα, ηγέτης της φιλοκομμουνιστικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργα-
τών Ιταλίας: «Η μάχη [εναντίον της τρομοκρατίας] μας απορρόφησε σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν είδαμε όλα τα υπόλοιπα με την απαραίτητη διαύγεια».

Στο πλαίσιο του Ιστορικού Συμβιβασμού, το PCI βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα παλιό σοσιαλιστικό δίλημμα, γνωστό από τον καιρό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και της Κόκκινης Βιένης. Παύοντας να αμφισβητεί τα δεδομένα του συστήματος –ΝΑΤΟ και χριστιανοδημοκρατία, καθολικισμό και καπιταλισμό– δεχόταν να παίξει με σημαδεμένη τράπουλα. Το 1977-78 πρόβαλε μια εκδοχή του βρετανικού Κοινωνικού Συμβολαίου: μισθολογική λιτότητα και αύξηση της παραγωγικότητας, που θα μεταφραζόταν σε νέες θέσεις εργασίας και επενδύσεις, με αντάλλαγμα πολιτικές παραχωρήσεις και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Οι αναλογικές αυξήσεις της scala mobile (δηλαδή της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών που συμφωνήθηκε το 1975) ευνοούσαν τους χαμηλόμισθους, αλλά υπήρχε ο κίνδυνος να αποξενώσουν τους ειδικευμένους και πιο καλοπληρωμένους εργάτες αν δεν εξασφάλιζαν τα πολιτικά ανταλλάγματα που προέβλεπε η συμφωνία. Ο Μπερλινγκουέρ στήριξε με ηθικά επιχειρήματα την πολιτική της λιτότητας –μια ευκαιρία αναδιανομής που θα περιόριζε «τη σπατάλη, την αδικία, τα προνόμια και τις υπερβολές της ιδιωτικής κατανάλωσης»– απαιτώντας αυτό ακριβώς το πολιτικό αντάλλαγμα. Με τις θυσίες τους, οι εργαζόμενοι όχι μόνο θα έσωζαν την οικονομία, αλλά και θα της επέτρεπαν να ανοικοδομηθεί σε πιο δίκαιες βάσεις, με κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και διεύρυνση της δημοκρατίας.

Έως το 1979 όμως ο συμβιβασμός αυτός δεν είχε αποδώσει και πολλά πράγματα. Ο πληθωρισμός είχε πέσει στο 12,4% και τα συνδικάτα είχαν κάνει μεγάλες παραχωρήσεις σε ζητήματα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, παραγωγικότητας και απολύσεων. Αλλά η ανεργία αυξανόταν, μαζί με τη δυσαρέσκεια των εργαζομένων. Όπως είπε ο Μπερλινγκουέρ στον Λάμα: «Αν μείνουμε στο τέλος χωρίς στρατό, έτσι όπως πάμε, δεν θα μπορέσουμε να δώσουμε καμία μάχη». Επιπλέον δεν είχαν ανοίξει για το PCI οι πόρτες της κυβέρνησης, παρά τις ατέρμονες διαβουλεύσεις. Η χριστιανοδημοκρατία το παρέσυρε να μοιραστεί τις ευθύνες της καινα πάψει να ασκεί την παραδοσιακή αντιπολίτευσή του, αλλά κατέπνιγε τις πρωτοβουλίες του με εξαιρετική μαεστρία.

Ο Μπερλινγκουέρ είχε χάσει το παιχνίδι. Το κομμουνιστικό κόμμα επέστρεψε στην αντιπολίτευση, κατηγορώντας το χριστιανοδημοκράτη πρωθυπουργό Τζούλιο Αντρεότι ότι το είχε εξαπατήσει και δεν προχωρούσε στις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις. Αντί να ξαναρχίσει τις συνομιλίες, ο Αντρεότι προκήρυξε τότε εκλογές. Τον Ιούνιο του 1979, ο Ιστορικός Συμβιβασμός καταψηφίστηκε: οι κομμουνιστές έχασαν 1,5 εκατομμύρια ψήφους, πέφτοντας στο 30,4%, ενώ οι χριστιανοδημοκράτες έμειναν σταθεροί στο 38,3%. Το κομμουνιστικό κόμμα είχε χάσει την ορμή του, κυρίως μεταξύ των πιο μαχητικών εργατών, των φτωχών του νότου και της νεολαίας. Ο Μπερλινγκουέρ δεν άργησε να βγάλει τα συμπεράσματά του: παρότι αρχικά επέμεινε στη στρατηγική του Ιστορικού Συμβιβασμού, πολύ γρήγορα τον αντικατέστησε με τη «Δημοκρατική Εναλλαγή», δηλαδή μια επιστροφή στο μέτωπο με το Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ο ευρωκομμουνισμός έχασε παντού την ευκαιρία και μετά το απόγειο του 1976 άρχισε να υποχωρεί. Ο ευρωκομμουνισμός πρόσφερε ένα όραμα δημοκρατικής εξομάλυνσης, με το οποίο οι κομμουνιστές αποστασιοποιήθηκαν από τη Σοβιετική Ένωση, υπερασπίστηκαν τις δημοκρατικές παραδόσειςτων χωρών τους και έδειξαν πως μπορούσαν να κυβερνήσουν. Μένοντας επαναστατικά στη θεωρία, τα κόμματα αυτά προσπάθησαν να επανεξετάσουν το ρόλο τους στον καπιταλισμό και αναζήτησαν δομικές μεταρρυθμίσεις που θα οδηγούσαν στο σοσιαλισμό. Η αποτυχία τους ωστόσο προκάλεσε αρχικά απογοήτευση και, στη συνέχεια, την παρακμή τους. Καθώς οι δικτατορίες κατέρρεαν και οι Ιταλοί κομμουνιστές ενισχύονταν διαρκώς, η νοτιοευρωπαϊκή Αριστερά έδειχνε έτοιμη να επικρατήσει και ο ευρωκομμουνισμός πρόβαλλε σαν μια τελική προσπάθεια να βρεθεί μια στρατηγική μετάβασης στο σοσιαλισμό στην καπιταλιστική Ευρώπη. Όσο ρητορικές ή αναβλητικές και αν ήταν οι αναφορές του ευρωκομμουνισμού στην «επανάσταση», σε αντιδιαστολή με το όραμα της «θεμελιακής» ή «δομικής» μεταρρύθμισης που πρόβαλλε άμεσα, η αποτυχία του τελικά περιθωριοποίησε τους τελευταίους οργανωμένους υποστηρικτές του επαναστατικού σοσιαλισμού στη Δυτική Ευρώπη.

Από εδώ κι εμπρός έπαψαν να υπάρχουν μεγάλα κόμματα που οι αγωνιστές ή οι θεωρητικοί τους μπορούσαν ρεαλιστικά να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα αυτή. Από την άλλη πλευρά, ο ευρωκομμουνισμός έφερε ορισμένα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Αν οι Ιταλοί κομμουνιστές δεν επέμεναν στην τήρηση του Συντάγματος ή οι Ισπανοί δεν στήριζαν τις διαπραγματεύσεις για τη μετάβαση στη δημοκρατία, οι κίνδυνοι από τη Δεξιά θα ήταν πολύ χειρότεροι. Στην Ισπανία, η στάση αυτή έφερε το δημοκρατικό σύνταγμα που επικυρώθηκε με δημοψήφισμα τον Δεκέμβριο του 1978, αλλά και μια γενικότερη φιλελευθεροποίηση, στην οποία περιλαμβάνονταν ο εκδημοκρατισμός της αστυνομίας και η κατάργηση της θανατικής ποινής, η νομοθετική απαγόρευση των έμφυλων διακρίσεων, η νομιμοποίηση της αντισύλληψης και η αποποινικοποίηση πολλών σεξουαλικών επιλογών. Οι αλλαγές αυτές, σε συνδυασμό με την απελευθέρωση της δημόσιας σφαίρας, βελτίωσαν βαθιά την ποιότητα της ζωής. Στην Ιταλία, οι κομμουνιστές επίσης κατόρθωσαν να επιβάλουν μεταρρυθμίσεις το 1977-78: ενίσχυση των περιφερειών, πολεοδομικός σχεδιασμός, απαγόρευση της κερδοσκοπίας στα ενοίκια, δημόσια στέγαση, μεταρρύθμιση των ψυχιατρικών ασύλων, νομιμοποίηση των εκτρώσεων, παροχή υπηρεσιών υγείας επικεντρωμένη στην τοπική κοινότητα και βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών, λόγου χάρη με την κατασκευή αθλητικών εγκαταστάσεων και βρεφονηπιακών σταθμών. Η υπονόμευση πολλών από αυτά τα μέτρα από την ενδημική διαφθορά της ιταλικής δημόσιας διοίκησης δεν ακυρώνει το νόημά τους ούτε είναι σωστό να χρεωθεί στους κομμουνιστές. Ενώ τα μέτρα αυτά δεν συνιστούσαν μια «βαθιά αλλαγή των οικονομικών και πολιτικών δομών» (το κριτήριο με βάση το οποίο ο Μπερλινγκουέρ υποστήριξε τον Ιστορικό Συμβιβασμό), τουλάχιστον κινούνταν προς μια επιθυμητή κατεύθυνση.

Ο ευρωκομμουνισμός οδήγησε τελικά τη Νότια Ευρώπη στην αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατίας. Σε αντίθεση με τη Σκανδιναβία, τις Κάτω Χώρες και τις γερμανόφωνες περιοχές που είχαν αποτελέσει τον «σοσιαλδημοκρατικό πυρήνα» της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης από το 1900 ως το 1960, οι χώρες της Μεσογείου είχαν ένα διαφορετικό εργατικό κίνημα που διαμορφώθηκε αρχικά από τον αναρχοσυνδικαλισμό και στη συνέχεια, τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου, από τα ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα που κρατιούνταν στο περιθώριο από τα καθεστώτα της Δεξιάς. Μόνο μετά το 1960 οι Νοτιοευρωπαίοι αριστεροί κατόρθωσαν να ασκήσουν κάποια επιρροή στις κυβερνήσεις των χωρών τους, πρώτα χάρη στο οργανωμένο εργατικό κίνημα και κατόπιν με την αύξηση της εκλογικής τους δύναμης. Τα σοσιαλιστικά κόμματα αμφισβήτησαν την πρωτοκαθεδρία των κομμουνιστών, στη Γαλλία μέσα από τη διαλεκτική του Κοινού Προγράμματος, στην Ιταλία μετά την πτώση του ευρωκομμουνισμού και στις ιβηρικές χώρες με τη μαζική χρηματοδότησή τους από τα βορειοευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, η οποία κατασκεύασε από την αρχή το Πορτογαλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSP) του Μάριου Σοάρες και το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ισπανίας (PSOE). Αλλά και οι ίδιοι οι κομμουνιστές υιοθέτησαν αντιλήψεις που δεν διέφεραν από τις πιο προωθημένες μορφές της σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή τάσεων σαν το σουηδικό SAP, τον αυστρομαρξισμό ή τους αριστερούς σοσιαλιστές του Μεσοπολέμου. Στους λόγους του Μπερλινγκουέρ, και ακόμη περισσότερο του Καρίλιο, καθετί το καθαρά κομμουνιστικό είχε ξεθωριάσει.

Οι ιταλικές μεταρρυθμίσεις του 1968-72 οφείλονταν στη δράση των συνδικάτων όσο και της κοινοβουλευτικής Αριστεράς.Η Χάρτα των Εργαζομένων τον Μάη του 1970 εξασφάλισε μέτρα προστασίας στους χώρους δουλειάς γνωστά στη Βόρεια Ευρώπη: δικαίωμα του συνέρχεσθαι, ελεύθερη συμμετοχή στα συνδικάτα, κανονισμοί ασφαλείας και περιορισμός των απολύσεων. Αλλά τα συνδικάτα οργάνωναν επίσης εκστρατείες για ζητήματα υγείας, στέγασης, δημόσιων συγκοινωνιών, πολεοδομίας, αναδιανεμητικής φορολογίας και προοδευτικής επενδυτικής στρατηγικής. Παρ’ όλες τις αντιδράσεις, βαθμιαία διαμορφώθηκε ένα κορπορατιστικό τριγωνικό σχήμα στο πρότυπο των βορειοευρωπαϊκών χωρών, αλλά στην αρχή μόνο οι πολύ μεγάλες εταιρείες, όπως η Fiat και η Pirelli, διέκριναν στα συνδικάτα ένα αντίβαρο στη μαχητικότητα των ίδιων των εργαζομένων. Η Confindustria, δηλαδή ο σύνδεσμος των βιομηχάνων, παρέμεινε εχθρική μέχρι το 1974, οπότε πρόεδρός της ανέλαβε ο Τζοβάνι Ανιέλι (Giovanni Agnelli) Καθώς και οι κομμουνιστές ξεπέρασαν επίσης τους δισταγμούς τους, ο Ιστορικός Συμβιβασμός επέτρεψε να αναδυθεί ένας ολοκληρωμένος κορπορατισμός ιταλικού τύπου, που τoν επέβαλε στην CGIL ο Λουτσάνο Λάμα στο Συνέδριο του 1978. Ακόμη και μετά τη σύγκρουση του PCΙ με την κυβέρνηση το 1979, και την κατάρρευση του κοινωνικού αυτού συμβολαίου, το νέο μοντέλο συνεργασίας συνδικάτων, κυβέρνησης και εργοδοτών διατηρήθηκε.

Ο ευρωκομμουνισμός απέρριψε επίσης το λενινιστικό πρότυπο του κόμματος επαγγελματιών επαναστατών. Αν η αυστηρή πειθαρχία ήταν απαραίτητη για τον ισπανικό κομμουνισμό τα χρόνια του Φράνκο, αυτό άλλαξε απότομα με τη νομιμοποίησή του και τις εκλογές. Επιπλέον, η μαζική στροφή της ισπανικής οικονομίας προς το εμπόριο και τις υπηρεσίες τον ανάγκασε να αναθεωρήσει την πρωταρχική εστίασή του στους βιομηχανικούς εργάτες. Οι αλλαγές αυτές ανέτρεψαν τον παλιό τρόπο λειτουργίας του. Ο ευρωκομμουνισμός έβγαλε και τους Γάλλους κομμουνιστές από το προλεταριακό γκέτο που μόνοι τους είχαν χτίσει, εκτινάσσοντας τον αριθμό των μελών του κόμματος από τα 250.000 στα 650.000 μέλη. Αλλά η απομονωτιστική εχθρότητά του εναντίον των σοσιαλιστών υποχρέωσε το PCF σε αναδίπλωση μετά το 1978, με αποτέλεσμα να μειωθούν ραγδαία οι ψήφοι του και να επιστρέψει ο αριθμός των μελών του στα επίπεδα της δεκαετίας του 1960. Έχασε 3.000.000 ψηφοφόρους από το 1978 έως το 1988, αποσπώντας μόνο το 9% των ψήφων στους νέους από δεκαοχτώ έως είκοσι πέντε χρονών. Ακόμη και το σταθερά ευρωκομμουνιστικό κόμμα της Ιταλίας είδε τη βάση του να συρρικνώνεται κυρίως μεταξύ των νέων: το 1985, λιγότερο από το 10% των μελών του ήταν κάτω των τριάντα χρονών, ενώ το 30% ήταν παραπάνω από εξήντα.

Ο ευρωκομμουνισμός προσπάθησε να διευρύνει την κοινωνική του απήχηση προσελκύοντας νέους, από επαγγελματίες και υπαλλήλους γραφείου μέχρι πτυχιούχους και γυναίκες, κυρίως από τη γενιά του 1968. Αυτό όμως σήμαινε την οικοδόμηση ενός διαφορετικού τύπου κομματικής οργάνωσης, απομακρυσμένου από το λενινιστικό κόμμα αγωνιστών, που απαιτούσε από τα μέλη του χρόνο, ενέργεια και αφοσίωση στον κομμουνισμό, και πιο κοντά σε έναν ευρύτερο κομματικό σχηματισμό προσανατολισμένο στις εκλογικές εκστρατείες, με λιγότερο έντονη ταυτότητα, χαλαρότερες συμμαχίες και στηριγμένο σε ποικίλα κοινωνικά στρώματα. Η προσπάθεια των ευρωκομμουνιστών να εκδημοκρατίσουν το κόμμα σήμαινε όχι μόνο ξήλωμα του συγκεντρωτισμού αλλά και άνοιγμα σε διάφορα ρεύματα και ζητήματα. Η πρόκληση για τα κόμματα της Αριστεράς, με τα ισχυρά ταξικά αντανακλαστικά τους, ήταν μεγάλη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αυτή η ατζέντα άνοιξε.

Τέλος, ο ευρωκομμουνισμός άνοιξε μεγαλύτερο χώρο στην Αριστερά για την ανάπτυξη μιας ριζοσπαστικής δημοκρατίας, σηματοδοτώντας έναν «τρίτο δρόμο» ανάμεσα στη δυτικοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και στον επίσημο κομμουνισμό των ανατολικών χωρών. Αυτό είχε συμβεί και παλιότερα με την ανάδυση των ρευμάτων της Νέας Αριστεράς από το 1956 έως το 1968. Αλλά τώρα κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση και κόμματα που ήταν κυρίαρχα στο χώρο της Αριστεράς. Μετά τη σύγκρουσή τους με τη Σοβιετική Ένωση αυτά ασπάστηκαν τον πλουραλισμό, τον πολυκομματικό ανταγωνισμό, τις ελεύθερες εκλογές, την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τα όλα τα συναφή δημοκρατικά δικαιώματα. Οι ευρωκομμουνιστές έδιναν προτεραιότητα σε κάθε λογής ζητήματα που δεν μπορούσαν να υπαχθούν εύκολα στην παραδοσιακή ταξική πολιτική της βιομηχανικής εργατικής τάξης: κάποια κινούνταν στους μεγάλους άξονες της ταυτότητας (φύλο, εθνοτική ταυτότητα, θρησκεία και ράτσα), ενώ άλλα αφορούσαν προβλήματα νεολαίας, σεξουαλικότητας, οικολογίας, διεθνών σχέσεων και μιας πολιτισμικής πολιτικής ικανής να συνδυάσει ψυχαγωγία και καλλιέργεια. Οι νέες αυτές αφετηρίες συνέκλιναν με τις κληρονομιές του 1968, οι οποίες διείσδυσαν στο κομματικό σύστημα κυρίως μέσω του ευρωκομμουνισμού. Με τη στενή έννοιά του –δηλαδή ως το θεωρητικό και πολιτικό σχέδιο των Ιταλών και των Ισπανών κομμουνιστών στα τέλη της δεκαετίας του 1970, για λίγο καιρό και των Γάλλων– ο τελευταίος απέτυχε. Ωστόσο σφράγισε ανεξίτηλα το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας και επίσης ενέπνευσε μικρότερα κομμουνιστικά κόμματα στην Ολλανδία και τις σκανδιναβικές χώρες. Όταν η ευρωπαϊκή Αριστερά άρχισε να ανασυγκροτείται το 1985-95, και βρέθηκε αντιμέτωπη με τη βαθιά αποριζοσπαστικοποίηση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και τη χρεοκοπία του σοβιετικού κομμουνισμού, τα κομμουνιστικά κόμματα που είχαν δεχτεί την ισχυρή επιρροή του ευρωκομμουνισμού έκαναν την παρουσία τους αισθητή.
Μια αποτίμηση του Ευρωκομμουνισμού, 23 χρόνια από τη διάλυση του P.C.I. Μια αποτίμηση του Ευρωκομμουνισμού, 23 χρόνια από τη διάλυση του P.C.I. Reviewed by Afterhistory on 7:03:00 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.