Η Άνοιξη της Πράγας: «ο σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο»

Του Geoff Eley
Στην Ανατολική Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Τσεχοσλοβακία, είχε αρχίσει επίσης να διαμορφώνεται μια Νέα Αριστερά. Εκεί, ο κομμουνισμός συνιστούσε ένα παράδοξο. Όντας το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Ευρώπης την περίοδο του Μεσοπολέμου και το ισχυρότερο σε ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη μετά το 1945, το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές το 1945-48. Παρ’όλα αυτά, ανέπτυξε τον χειρότερο σταλινισμό στις εκκαθαρίσεις του 1948-49, ενώ καθυστέρησε στην αποσταλινοποίησή του ώς το 1962-63. Εκείνη την εποχή, οι σοσιαλιστικές οικονομίες καρκινοβατούσαν, ενώ στην Τσεχοσλοβακία η κρίση ήταν ιδιαίτερα σοβαρή. Μετά τους πειραματισμούς με το σοσιαλισμό της αγοράς στην Ουγγαρία και την Πολωνία, τα σοσιαλιστικά κράτη προχώρησαν δειλά σε μια αλλαγή των προτεραιοτήτων τους, καθώς στράφηκαν από τη βαριά βιομηχανία στην κατανάλωση και τις υπηρεσίες. Στα 1964-65, το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας άρχισε να σκέφτεται σοβαρά τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, σε μια περίοδο ταυτόχρονων έντονων διανοητικών ζυμώσεων και σοβαρών εθνικών προβλημάτων. 

Η Άνοιξη της Πράγας ήταν προϊόν μιας πολύπλοκης δυναμικής. Ξεκίνησε από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος μεταξύ Οκτωβρίου του 1967 και Ιανουαρίου του 1968, και κορυφώθηκε με την αντικατάσταση του Νοβότνι από τον Ντούμπτσεκ στη θέση του γενικού γραμματέα. Οι συνέπειες έμεναν ασαφείς, γιατί, αν οι επιθέσεις εναντίον του Νοβότνι ήταν αποτέλεσμα των αιτημάτων εκδημοκρατισμού του συστήματος, η νέα ηγετική ομάδα τάχθηκε εξ ολοκλήρου υπέρ των μεταρρυθμίσεων.

Το πιο σημαντικό ωστόσο ήταν ότι η βούληση του προεδρείου για αλλαγή οφειλόταν στην πίεση της λαϊκής βάσης. Τα μέλη του κόμματος κινητοποιήθηκαν ταχύτατα το διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου 1968, με τη φιλελευθεροποίηση του τύπου και τις έντονες εσωκομματικές συζητήσεις που έγιναν στις περιφερειακές διασκέψεις του Μαρτίου. Το Πρόγραμμα Δράσης της 10ης Απριλίου αναζωογόνησε το κόμμα, ενώ η απόφαση για τη σύγκληση του 14ου Συνεδρίου τον Σεπτέμβριο βοήθησε να εστιάσουν στη διαδικασία της ριζοσπαστικοποίησης. Από τη στιγμή όμως που «ξανάνοιξε» η δημόσια σφαίρα, η δυναμική του εκδημοκρατισμού ξεπέρασε τα στενά κομματικά όρια, ενώ η τόνωση των λαϊκών ελπίδων οδήγησε στην αναζωογόνηση της κοινωνίας των πολιτών. Αυτό συνέβη μέσα από χιλιάδες λαϊκές συνελεύσεις, μαζικές συγκεντρώσεις και νέες ενώσεις. Τα άλλα κόμματα έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους στην πολιτική ζωή του τόπου, όπως το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα που επανιδρύθηκε στην παρανομία. Καθοριστικό γεγονός αποτέλεσε το «Μανιφέστο των 2.000 λέξεων», του συγγραφέα Λούντβικ Βάτσουλικ που μοιράστηκε στις 27 Ιουνίου σε 300.000 αντίτυπα, και εστίασε ακόμη περισσότερο στην ταύτιση του κόσμου με τις μεταρρυθμίσεις. Αυτό συνέτεινε στη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών στρωμάτων και την πόλωση μεταξύ συντηρητικών και μεταρρυθμιστών, κάνοντας την κατάσταση να ξεφύγει από τον έλεγχο του Πολιτικού Γραφείου.

Μια όλο και πιο νευρική Σοβιετική Ένωση παρακολουθούσε την εξέλιξη των γεγονότων που οι συντηρητικοί πολιτικοί του κόμματος δεν μπορούσαν πλέον να ελέγξουν. Ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ ζήτησε επανειλημμένα να δοθούν υποσχέσεις για εξομάλυνση και, όταν αυτό δεν έγινε, προτίμησε τη στρατιωτική επέμβαση, συνεργαζόμενος με τους αντιμεταρρυθμιστές του Πολιτικού Γραφείου.  Αλλά η Άνοιξη της Πράγας είχε προλάβει να αναβιώσει τη μεγάλη κομμουνιστική παράδοση της Τσεχοσλοβακίας, γεννώντας κάθε λογής ελπίδες και αντιδράσεις. Καθώς τόσο οι μεταρρυθμιστές όσο και οι συντηρητικοί εργάζονταν για την αποκατάσταση της νομιμοποίησης του κόμματος, η δημόσια σφαίρα της χώρας γινόταν όλο και περισσότερο ανεξέλεγκτη. Οι φοιτητικές συνελεύσεις, οι λαϊκές συνδιασκέψεις και ο τύπος συγκρότησαν αλογόκριτο χώρο πολιτικών και κοινωνικών ζυμώσεων. Οι πρώτες μέρες του Μαΐου ήταν αποφασιστικής σημασίας. Παρασυρμένοι από τον μεγαλοπρεπή εορτασμό της Πρωτομαγιάς, που κινητοποίησε μια τεράστια επίδειξη λαϊκής υποστήριξης, οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος πήγαν στη Μόσχα, ζητώντας την αναγνώριση των Σοβιετικών. Ωστόσο ο Μπρέζνιεφ κατήγγειλε τις διαδηλώσεις ως αντεπαναστατικές, απαίτησε τη φυλάκιση των μη κομμουνιστών επικριτών του συστήματος και ζήτησε από τον Ντούμπτσεκ και τους ανθρώπους του να αρχίσουν να φέρονται ως «πραγματικοί ηγέτες αυτού του κόμματος». Παρά την επίμονη και αφελή αισιοδοξία των μεταρρυθμιστών, οι Σοβιετικοί διατύπωσαν στις 29 Ιουλίου τη θέση τους με πρωτοφανή ωμότητα: «θα μπορούσαμε να καταλάβουμε ολόκληρη τη χώρα σας μέσα σε 24 ώρες».

Εκεί που είχαν φτάσει όμως τα πράγματα οι ελπίδες του λαού δεν μπορούσαν να σβήσουν. Το κομματικό προεδρείο συνεδρίασε για τελευταία φορά στις 29 Ιουλίου στην Τσιέρνα ναντ Τισού, υποστηριζόμενο από την έκκληση του Πάβελ Κόχουτ στo Literární listy με τίτλο «Σοσιαλισμός, Συμμαχία, Κυριαρχία, Ελευθερία» και την κατακλείδα «Είμαστε μαζί σας, μείνετε κι εσείς μαζί μας!», που συγκέντρωσε 1.000.000 υπογραφές. Φτάνοντας στην πόλη, οι κομμουνιστές ηγέτες παρέλαβαν ένα υπόμνημα υπογραμμένο από 20.000 ανθρώπους, δηλαδή πρακτικά από το σύνολο του ενήλικου πληθυσμού της περιοχής. Οι ριζοσπάστες επικαλούνταν τώρα μια εντολή που ξεπερνούσε τα όρια του Κομμουνιστικού Κόμματος. Όμως η σοβιετική ηγεσία είχε λάβει ήδη τις αποφάσεις της, και συνωμοτούσε με τα συντηρητικά μέλη του προεδρείου για να απομακρύνει τον Ντούμπτσεκ από την ηγεσία του κόμματος και να αποκαταστήσει την τάξη. Για τον Μπρέζνιεφ και το Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης, η αναγέννηση του Εθνικού Κομμουνισμού από την Άνοιξη της Πράγας είχε υπερβεί τα όρια της ανεκτής κομμουνιστικής πρακτικής.

Η Άνοιξη της Πράγας, όπως και ο μεταρρυθμιστικός κομμουνισμός στην Ουγγαρία το 1956, καθώς έθεσαν υπό αμφισβήτηση στο πολιτικό μονοπώλιο των κομμουνιστικών κομμάτων, οδήγησαν τα σταλινικά καθεστώτα, που είχαν εγκαθιδρυθεί το 1947-49, στα όριά τους. Σύμφωνα με τους Σοβιετικούς, οι θεμελιώδεις αρχές των καθεστώτων αυτών –το μονοκομματικό κράτος, η λογοκρισία, η μαρξιστική-λενινιστική ορθοδοξία, η αυτονομία των υπηρεσιών ασφαλείας και η ελεγχόμενη δικαιοσύνη– δεν ήταν διαπραγματεύσιμες. Η κατάργηση του μονοκομματικού κράτους ήταν αδιανόητη. Οι ελευθερίες του λόγου, του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, η κατάργηση της λογοκρισίας και η απελευθέρωση του τύπου, η προστασία των πολιτισμικών ελευθεριών, του πανεπιστημίου και των τεχνών έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τους σοβιετικούς κανόνες. Ο πλουραλισμός του Ντούμπτσεκ ήταν ακόμη συγκεχυμένος, και οι προτάσεις του Κομμουνιστικό Κόμματος Τσεχοσλοβακίας, που επέτρεπαν στους μη κομμουνιστές να δραστηριοποιηθούν πολιτικά, προκαλούσαν πολλά ερωτήματα. Εντούτοις το Πρόγραμμα Δράσης της 10ης Απριλίου περιλάμβανε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που παραβίαζαν τον αυστηρό κώδικα της σοβιετικής εξουσίας, όπως αυτή είχε παγιωθεί από το 1956.

Εδώ ακριβώς εντοπίζονταν οι αγεφύρωτες διαφορές ανάμεσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας και στη Σοβιετική Ένωση. Η ίδια η αρχή του πλουραλισμού προσδιόριζε το περιεχόμενο του Προγράμματος Δράσης. Σύμφωνα με τη διατύπωσή του, το Κομμουνιστικό Κόμμα έπρεπε να «κερδίσει» την ηγεσία της χώρας με τις ίδιες του τις πράξεις. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να «μονοπωλεί την εξουσία». Δεν ήταν «όργανο της δικτατορίας του προλεταριάτου». Αντιθέτως, θα έπρεπε να χρησιμοποιεί την πειθώ και να στηρίζεται στη δημοκρατία. Ο σταλινισμός συνιστούσε ένα γραφειοκρατικό εκφυλισμό που εμπόδιζε τη μελλοντική πρόοδο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας είχε την ευκαιρία να οικοδομήσει κάτι καλύτερο –«να ανοίξει νέους δρόμους σε μια άγνωστη μέχρι τώρα περιοχή, να πειραματιστεί και να δώσει νέο νόημα στη σοσιαλιστική ανάπτυξη», στηριζόμενο «στη δημιουργική μαρξιστική σκέψη» και τη γνώση των ιδιαίτερων συνθηκών της χώρας, αξιοποιώντας μάλιστα τη «σχετικά ώριμη υλική βάση της χώρας, το ασυνήθιστα υψηλό εκπαιδευτικό και πολιτισμικό επίπεδο του λαού και τις αδιαμφισβήτητες δημοκρατικές παραδόσεις».

Από την άποψη αυτή, τον Αύγουστο του 1968, δεν υπήρχε διαφορά απόψεων ανάμεσα στους κομμουνιστές μεταρρυθμιστές και στο λαό. Η εχθρότητα των Σοβιετικών είχε οδηγήσει ολόκληρη σχεδόν τη χώρα στο πλευρό της κυβέρνησης. Οι «πραγματικοί εχθροί» των μεταρρυθμίσεων βρίσκονταν στα "τμήματα καταστολής και ιδεολογίας του κομματικού μηχανισμού, μεταξύ των αστυνομικών, των δικαστικών και των παλιότερων κομμουνιστικών στελεχών, όπως και των ανώτερων αξιωματικών του στρατού και της εθνοφυλακής». Υπήρχαν, βεβαίως, και πολλά άλλα κοινωνικά στρώματα, τα οποία υπερασπίζονταν τις αλλαγές, όπως οι τεχνικοί, οι διανοούμενοι, οι φοιτητές, οι δημοσιογράφοι, οι «εργάτες σε κάποια μη προνομιούχα τμήματα της βιομηχανίας, στις μεταφορές και τις επικοινωνίες, οι αγρότες, οι γυναίκες και οι εργαζόμενοι νέοι». Οι μεταρρυθμιστές κατάφεραν να προσελκύσουν πολλούς μάνατζερ, συνδικαλιστές, κομματικούς αξιωματούχους και στρατιωτικούς στον μεγάλο αυτό συνασπισμό δυνάμεων.

Ο αμείλικτος συντηρητισμός της σοβιετικής ηγεσίας έθαψε την Άνοιξη της Πράγας. Ο Μπρέζνιεφ έχασε την υπομονή του με τον Ντούμπτσεκ, ο οποίος προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο. Έτσι, στις 20 Αυγούστου, οι στρατιές του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισέβαλαν στην Πράγα για να αποκαταστήσουν την τάξη. Ωστόσο η συνωμοσία τους με τα συντηρητικά μέλη του προεδρείου του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν ήταν και τόσο πετυχημένη. Δύο από τα μέλη του τάχθηκαν με την πλειοψηφία που είχε διαμορφωθεί (7 έναντι 4) και καταδίκασαν την εισβολή. Οι συνωμότες, σε κατάσταση σύγχυσης, εγκατέλειψαν το κυβερνητικό μέγαρο, ενώ οι μεταρρυθμιστές περίμεναν υπομονετικά τη μοίρα τους. Η Επιτροπή Πόλης της Πράγας συγκάλεσε το 14ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας στη βιομηχανική περιοχή του Βιζόκανι, όπου οι αντιπρόσωποι συγκεντρώθηκαν μυστικά για να καταγγείλουν την εισβολή. Ο Ντούμπτσεκ, ο Τσέρνικ, ο Σμρκόφσκι, ο Κρίγκελ, ο Σπάτσεκ και ο Σιμόν μεταφέρθηκαν βίαια στη Μόσχα, ενώ τους ακολούθησε εθελοντικά και ο πρόεδρος της χώρας Λούντβικ Σβόμποντ. Το φιάσκο της συνωμοσίας δεν άφησε άλλη επιλογή στον Μπρέζνιεφ από το να προχωρήσει σε συνομιλίες με τους αιχμάλωτους κομμουνιστές ηγέτες. Μετά από μια σειρά δύσκολων και επώδυνων συνομιλιών, τα δύο μέρη συμφώνησαν στην υπογραφή ενός πρωτοκόλλου. Ο Ντούμπτσεκ και οι άλλοι επέστρεψαν στην Πράγα. Απέκρουσαν τους συντηρητικούς, αποκλείοντας μόνο κάποιους ριζοσπάστες μεταρρυθμιστές, και αντιστάθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις στις πιέσεις να αποκηρύξουν συνολικά τις μεταρρυθμίσεις. Αλλά με την υπογραφή του πρωτοκόλλου αναγκάζονταν να αποποιηθούν το Πρόγραμμα Δράσης. Μόνο ο Κρίγκελ αρνήθηκε να συμφωνήσει.

Πολύ σύντομα, οι μεταρρυθμιστές παγιδεύτηκαν σε μια ταπεινωτική και αναντίστρεπτη υποχώρηση. Το Συνέδριο του Βιζόκανι ακυρώθηκε. Το καθεστώς της λογοκρισίας επανήλθε. Η μεταρρύθμιση των μηχανισμών ασφαλείας αναβλήθηκε επ’ αόριστον. Η δημόσια σφαίρα έκλεισε ξανά. Ο Γκούσταβ Χούζακ με βάση υποστήριξής του το Κομμουνιστικό Κόμμα Σλοβακίας, ανέλαβε επικεφαλής. Οι συνεχιζόμενες διαμαρτυρίες εναντίον της εισβολής μεταξύ Οκτωβρίου του 1968 και Μαρτίου του 1969 δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να σκληρύνουν την ακολουθούμενη γραμμή εξομάλυνσης. Τον Απρίλιο του 1969, οι μεταρρυθμιστές είχαν αποδυναμωθεί πλήρως, το κόμμα είχε εκκαθαριστεί και το 21,7% των μελών του είχε αποπεμφθεί. Με τον τρόπο αυτό αποκαταστάθηκε η σοβιετική τάξη. Μεταξύ των μεταρρυθμιστών, που έμεναν στις θέσεις τους, πολύ λίγοι κατάφεραν να αντέξουν. Ο Ντούμπτσεκ «έσπασε». Ο Σμρκόφσκι και άλλοι  στυλοβάτες του Προγράμματος Δράσης έφυγαν. Ο Τσέρνικ αναγκάστηκε να συμβιβαστεί.

Το παραπάνω απόσπασμα βρίσκεται στο βιβλίο του Geoff Eley "Σφυρηλατώντας τη Δημοκρατία. Η ιστορία της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Β' Τόμος. 1923-2000" στις σελίδες 625-630.
Η Άνοιξη της Πράγας: «ο σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» Η Άνοιξη της Πράγας: «ο σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» Reviewed by Antonisgal on 5:41:00 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.