Ernesto Laclau: Κατασκευάζοντας ανταγωνισμούς

Του Razmig Keucheyan 


Με καταγωγή από την Αργεντινή και καθηγητής πολιτικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Έσσεξ στην Αγγλία, ο Ερνέστο Λακλάου ανέπτυξε μια προσέγγιση για την πολιτική βασισμένη στην έννοια του «ανταγωνισμού», θεωρούμενη ότι συνιστά και το θεμέλιο αλλά και το όριο του κοινωνικού ταυτόχρονα. Ενώ στη βάση τους ο ανταγωνισμός και η αναγνώριση είναι αντιθετικές έννοιες, κάποιος μπορεί να προχωρήσει στην υπόθεση πως η σύγκρουση μεταξύ ταυτοτήτων, όσο ασυμβίβαστες και αν είναι, πάντα παίρνει τη μορφή μιας αμοιβαίας αναγνώρισης. Με βάση αυτήν την έννοια ο ανταγωνισμός, όπως εννοείται από τον Λακλάου, αποκλείει πράξεις όπως η γενοκτονία, στις οποίες η ύπαρξη του άλλου κυριολεκτικά αναιρείται. Η θεωρία του Λακλάου προϋποθέτει ότι ο αντίπαλος είναι κατασκευασμένος καθ’ αυτό. 

Η πολιτική θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Λακλάου παρατίθεται σε δύο βασικά βιβλία: την Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική με τον υπότιτλο Προς μια ριζοσπαστική, δημοκρατική πολιτική που συνέγραψε με την σύντροφο του, την Βελγίδα φιλόσοφο Σαντάλ Μούφ και εκδόθηκε το 1985 και το βιβλίο Για την Λογική του Λαϊκισμού που εκδόθηκε το 2005. Μεταξύ άλλων έργων στα οποία μπορούμε να παραπέμψουμε είναι η Πολιτική και Ιδεολογία στην Μαρξιστική Θεωρία (1977) και Για την Επανάσταση της Εποχής μας (1990). Ο Λακλάου αποτελεί υποδειγματική περίπτωση παγκοσμίου εμβέλειας κριτικού διανοητή. Επαναστατικός ακτιβιστής στα νιάτα του στην Αργεντινή, είχε συνάψει στενές σχέσεις για ένα διάστημα με τον Χόρχε Αμπελάρντο Ράμος τον ιδρυτή της «Εθνικής Αριστεράς» στην Αργεντινή. Οι λατινοαμερικάνικες ρίζες του προδίδουν ξεκάθαρα την τρέχουσα αντίληψη για το πολιτικό και ειδικά την προβληματική του «λαϊκισμού» που έχει επηρεαστεί βαθύτατα από την εμπειρία του με τον Περονισμό. Αλλά, ακόμη και αν κάποιες φορές ο Λακλάου έκανε δηλώσεις σχετικά με τη χώρα του- τελευταία είχε δείξει την υποστήριξη του προς την κυβέρνηση της Κριστίνα Κίρχνερ- ο διανοητικός χώρος στον οποίο κυρίως κινούνταν ήταν ο αγγλο-αμερικάνικος κόσμος. 

Η δημοσίευση της Ηγεμονίας και Σοσιαλιστικής Στρατηγικής στα μέσα της δεκαετίας του 1980 προκάλεσε σημαντικές συζητήσεις στην παραδοσιακή αριστερά [1]. Στον πυρήνα της ανάλυσης των Λακλάου και Μούφ βρίσκεται η γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας [2]. Για τον Λακλάου και την Μούφ, ο Γκράμσι αποτελεί κομβικό σημείο στην ιστορία του μαρξισμού. Ο συγγραφέας των Τετραδίων Φυλακής είχε συνειδητοποιήσει το γεγονός πως μερικές από τις βασικές θέσεις του μαρξισμού είχαν αποδυναμωθεί εξαιτίας της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Οι όποιες ελπίδες για επανάσταση στην Δυτική Ευρώπη υπήρξαν απογοητευτικές. Επιπρόσθετα, ένας «οργανωμένος» καπιταλισμός εμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, τον οποίο ο Γκράμσι ήταν από τους πρώτους (1934) που ονόμασε «Φορντισμό» [3] και ο οποίος ήταν διαφορετικός από τον «φιλελεύθερο» καπιταλισμό της Μπελ Επόκ εποχής. Σε αντίθεση με κάθε (μαρξιστική) προσδοκία, μια από τις συνέπειες αυτού του νέου είδους καπιταλισμού ήταν η ανάπτυξη των ενδιάμεσων στελεχών, γραφειοκρατών και «διανοούμενων» κάθε είδους. Η εισαγωγή της έννοιας της ηγεμονίας στον μαρξισμό πριν από τον Γκράμσι [4] κατέστησε δυνατή την αναθεώρηση και προσαρμογή αυτού του δόγματος σε συμφωνία με αυτά τα ρεύματα, χωρίς να αμφισβητεί τις βασικές του προϋποθέσεις. Η ηγεμονία καταφέρνει να συλλάβει την αυξανόμενη σημασία των «πολιτισμικών» παραγόντων στις κοινωνικές σχέσεις, από τη στιγμή που αναφέρεται στην «ηθική» υπεροχή ενός μέρους της κοινωνίας επί των υπολοίπων. Καταφέρνει επίσης να συλλάβει κάθε πολιτική κατάσταση με βάση την μοναδικότητα της. Στους κλασσικούς μαρξιστές, η ηγεμονία (ή συναφείς έννοιες) είναι ουσιαστικά μια στρατηγική έννοια [5]. Παρεμβαίνει σε περιπτώσεις, όπου το προλεταριάτο πρέπει να συνάψει συμμαχίες με άλλες τάξεις- την μπουρζουαζία, τους χωρικούς, τις μεσαίες τάξεις- διασφαλίζοντας ταυτόχρονα, πως η γενική δυναμική τους συμβάλει στα συμφέροντα τους. Δεν αλλάζει κάτι, όσον αφορά τον βασικό ρόλο των κοινωνικών τάξεων στην μαρξιστική άποψη για τον κόσμο, ούτε το γεγονός πως η εργατική τάξη είναι εκείνη η τάξη που αποτελεί την κινητήριο δύναμη της ιστορικής αλλαγής. 

Στον Γκράμσι, η ηγεμονία προσλαμβάνει μια διαφορετική σημασία, η οποία κατά βάθος αλλάζει την μαρξιστική οντολογία: «για τον Γκράμσι τα πολιτικά υποκείμενα δεν είναι οι τάξεις με την αυστηρή έννοια του όρου αλλά περίπλοκες «συλλογικές βουλήσεις»· όπως με παρόμοιο τρόπο, τα ιδεολογικά στοιχεία που συναρθρώνονται από την άρχουσα τάξη δεν εντάσσονται απαραίτητα σε καμία συγκεκριμένη τάξη» [6]. Σύμφωνα με τον Λακλάου και την Μούφ, ο Γκράμσι εισήγαγε την σταδιακή αποδέσμευση της έννοιας της ηγεμονίας από αυτήν της τάξης. Αυτή η αποδέσμευση θα ολοκληρωθεί μέσα από την δικιά τους θεωρία. Οι «συλλογικές βουλήσεις», όπως τις αναφέρει ο Γκράμσι έχουν δύο βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ότι χαρακτηρίζονται από μια ενδεχομενικότητα, δηλαδή δεν προκαθορίζονται από τα κοινωνικό-οικονομικά συμφέροντα των δρώντων που συμμετέχουν. Με άλλα λόγια σχηματίζονται στο πλαίσιο των σχέσεων εξουσίας και στην περίπτωση συγκεκριμένων ταξικών αγώνων. Επιπλέον, οι φορείς που «συναρθρώνονται» στο γενικό πλαίσιο του ηγεμονικού σχηματισμού, μπορούν να είναι διαφορετικού είδους. Μπορούν να περιλαμβάνουν κόμματα και συνδικάτα, αλλά και τοπικές κοινότητες, μειονότητες ή συλλογικότητες με αδιευκρίνιστη ταυτότητα που μπορούν όμως να δημιουργήσουν μια ταυτότητα κατάλληλη για την περίπτωση του αγώνα. 

Για τον Λακλάου και την Μούφ, ο Γκράμσι δεν εγκαταλείπει εντελώς κάποιες θεμελιακές όψεις του μαρξισμού, παρόλο που εγκαινίασε τον διαχωρισμό της ηγεμονίας από τις κοινωνικές τάξεις. Συγκεκριμένα, αυτό που αποκαλούν «ουσιοκρατικό πυρήνα» παρουσιάζεται συνεχώς στα γραπτά του, ο οποίος εν τέλει θέτει την ηγεμονία σε μια μονοαιτιακή λογική με αναφορά στον ταξικό προσδιορισμό των παραγόντων που εμπλέκονται. Ο Λακλάου και η Μούφ προτείνουν να ολοκληρώσουν την θεωρητική κίνηση που εισήγαγε ο Γκράμσι και να εγκαταλείψουν εντελώς τις τάξεις ως κεντρικό σημείο αναφοράς. Οι τελευταίες μπορεί να είναι σημαντικές ανάλογα με τις συνθήκες, αλλά το πρωτείο που αποδίδεται στις τάξεις από τον μαρξισμό απορρίπτεται από τον Λακλάου και την Μούφ. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που τους οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα. Αρχικά, σύμφωνα με τους δύο θεωρητικούς, ο κοινωνικός κόσμος γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκος τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα, καθώς καθίσταται πιο ανομοιογενής. Απέχοντας πολύ από το να είναι ενοποιημένος, όπως προέβλεψε ο μαρξισμός, ο ταξικός προσδιορισμός των ατόμων κατά συνέπεια γίνει πιο ασαφής. Επιπλέον, η βιομηχανική εργατική τάξη που κάποτε υπήρξε το αναπόσπαστο στοιχείο στη δόμηση των κοινωνικών συγκρούσεων, έχει πλέον χάσει τον κεντρικό της χαρακτήρα. Συν τοις άλλοις, παρουσιάζει και δημογραφική πτώση τις τελευταίες δεκαετίες. Η άνοδος των «νέων κοινωνικών κινημάτων», την οποία ο Λακλάου και η Μούφ επικαλούνται κατά παρόμοιο τρόπο με τον Φρέιζερ, συνεπάγεται πως η συγκρουσιακότητα δεν σχηματίζεται απαραίτητα γύρω από οικονομικά αιτήματα που σχετίζονται με την εργασία. Σε ένα πιο θεμελιώδες επιστημολογικό επίπεδο, ο Λακλάου και η Μούφ ασκούν κριτική στον «ουσιοκρατικό χαρακτήρα της τάξης», όπως παρουσιάζεται στον μαρξισμό. Η έμφαση τους στον ενδεχομενικό χαρακτήρα των κοινωνικών ομάδων υποδεικνύει ότι εφαρμόζουν μια μορφή κοινωνιολογικής «απροσδιοριστίας», σύμφωνα με την οποία η (σχετική) συνοχή των δρώντων κατασκευάζεται πάντα στη διάρκεια της δράσης και όχι a priori. Ο Λακλάου και η Μούφ ξεκάθαρα συνηγορούν υπέρ μιας αντί-ουσιοκρατικής θέσης. 

Η εγκατάλειψη της ταξικής προσέγγισης συσχετίζεται με τη σημασία της έννοιας του ανταγωνισμού στον Λακλάου και την Μούφ: «όταν η ταυτότητα της έπαψε να βασίζεται σε μια διαδικασία ενότητας σε επίπεδο υποδομών… η εργατική τάξη έφτασε στο σημείο να εξαρτάται από μια διάσπαση της καπιταλιστικής τάξης, η οποία μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο μέσω της πάλης εναντίον της… οπότε η «σύγκρουση» αποτελεί κατεξοχήν προϋπόθεση για την ταυτότητα της εργατικής τάξης» [7]. Αν δεν υπάρχει καμία «ουσία» μέσα στο κοινωνικό, τότε οι οντότητες που αναπτύσσονται μέσα σε αυτό έχουν απαραίτητα έναν συσχετισμό μεταξύ τους- δηλαδή είτε οικοδομούνται με σεβασμό η μια προς την άλλη είτε βρίσκονται ενάντια η μια στην άλλη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως ο Λακλάου και η Μούφ διατείνονται πως ο Σορέλ ήταν ο πρώτος που σχημάτισε μια αντίληψη για τον κόσμο βασισμένη στην κυριαρχία της σύγκρουσης. Ο Σορέλ είχε καθοριστικό αντίκτυπο στην σκέψη του Γκράμσι, ο οποίος υιοθέτησε την έννοια του «ιστορικού μπλοκ» από αυτόν. Επηρεαζόμενος από τον Νίτσε και τον Μπέργκσον, ο Σορέλ επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας «βιταλιστικής» τάσης μέσα στην μαρξιστική και μετα- μαρξιστική παράδοση. Ο Λακλάου και η Μούφ είναι κατά κάποιο τρόπο συνεχιστές αυτής της τάσης. Η προσέγγιση τους μπορεί να ερμηνευτεί και ως μια ριζοσπαστικοποίηση της θέσης του Τόμσον. Ο Τόμσον εμμένει στο γεγονός πως η ταξική συνείδηση («εμπειρία») έχει την ίδια σημασία, αν όχι περισσότερη, με την κοινωνικό-οικονομική κατάσταση των εργατών, όσον αφορά τον ταξικό καθορισμό τους. Όπως ο Λακλάου, αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές ομάδες με όρους συσχετισμού- και πιο συγκεκριμένα με αντιθετικούς όρους. Η διαφορά είναι πως ο Τόμσον με αυτή τη θέση δεν αρνείται πως οι κοινωνικές τάξεις έχουν μια αντικειμενική ύπαρξη, ενώ ο Λακλάου εγκαταλείπει αυτήν την ιδέα. Κατά την άποψη του δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο a priori που να καθίσταται δυνατό να καθορίσει το που ακριβώς θα δημιουργηθεί ο ανταγωνισμός, καθώς ο ανταγωνισμός μπορεί να δημιουργηθεί παντού. 

Το βιβλίο Για την Λογική του Λαϊκισμού που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στα αγγλικά και στα ισπανικά το 2005, αποτελεί ένα από τα πιο ευρέως συζητήσιμα έργα κριτικού χαρακτήρα που κυκλοφορεί στη παρούσα περίοδο. Αυτό λαμβάνει χώρα σε ιδιαίτερο βαθμό στη Λατινική Αμερική, όπου οι θέσεις του Λακλάου αποτυπώνουν την εμπειρία των «προοδευτικών- λαϊκιστικών» καθεστώτων που σημείωσαν άνοδο στις αρχές της δεκαετίας του 2000- δηλαδή, η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες, η Βολιβία του Έβο Μοράλες και το Εκουαδόρ του Ράφαελ Κορέα. Η ανάδυση αυτών των καθεστώτων σχετίζεται με την μακραίωνη ιστορία της Λατινικής Αμερικής, η οποία έχει ήδη μια εμπειρία ανάλογων καθεστώτων στο παρελθόν. Ανάμεσα σε αυτές, συναντούμε τον Περονισμό ένα πολύ συγκεκριμένο κίνημα στην Αργεντινή, το οποίο έθεσε τις βάσεις για την πολιτική ζωή της χώρας μέχρι σήμερα. Ο ασαφής χαρακτήρας αυτού του ρεύματος από πολλές απόψεις- η δυσκολία της τοποθέτησης του στις παραδοσιακές συντεταγμένες της σύγχρονης πολιτικής -είναι ένα από τα στοιχεία που οδήγησαν τον Λακλάου να εξετάσει το λαϊκιστικό φαινόμενο. Μιλώντας σε γενικό επίπεδο, ο στόχος του Λακλάου είναι να επανακαθορίσει αυτό το φαινόμενο που συνήθως προσλαμβάνεται με την αρνητική του σημασία. Κατά την άποψη του ο λαϊκισμός δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα από τα πλαίσια που προσλαμβάνονται από την πολιτική στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες. Πιο συγκεκριμένα, είναι μια προϋπόθεση για την εμβάθυνση της κεντρικής αξίας που κυβερνά τις προαναφερθείσες κοινωνίες, δηλαδή την ισότητα. 

Στην αρχή υπήρχε η ριζοσπαστική ανομοιογένεια του κοινωνικού κόσμου. Ο τελευταίος, σύμφωνα με τον Λακλάου, χαρακτηρίζεται από την πολλαπλότητα και τον θρυμματισμό των συνιστωσών του, των οποίων η ταυτότητα μεταβάλλεται διαρκώς. Η ανομοιογένεια του κοινωνικού αυξάνεται, όσο οι κοινωνίες γίνονται περισσότερο περίπλοκες. Για να προσδιορίσει αυτό το φαινόμενο ο Λακλάου χρησιμοποιεί την φράση «λογική της διαφοράς». Ποικίλοι κοινωνικοί παράγοντες προερχόμενοι από την οικονομική σφαίρα (εργατικά συνδικάτα), την σφαίρα της κοινότητας (εθνότητες) ή άλλοι, αλληλεπιδρούν με την υπάρχουσα κυβέρνηση και τους θεσμούς κάνοντας πολύ συγκεκριμένα αιτήματα. Κάποιες φορές αυτά τα αιτήματα καλύπτονται, όπου σε αυτήν την περίπτωση ο σχετικός παράγοντας συνεχίζει κανονικά τις δραστηριότητες του. Αλλά μπορεί να ισχύει και η περίπτωση, όπου για λόγους σκοπιμοτήτων ή αρχών, η κυβέρνηση και οι θεσμοί να αρνηθούν να εκπληρώσουν αυτά τα αιτήματα. Σε αυτήν την περίπτωση η λογική της διαφοράς τείνει να μετατραπεί σε «λογική της ισοδυναμίας». Ο ειδικός χαρακτήρας των αιτημάτων παύει να υπάρχει όταν απορρίπτονται από την κυβέρνηση. Τώρα, έχουν τουλάχιστον ένα κοινό χαρακτηριστικό -την απόρριψη από την κυβέρνηση- το οποίο δημιουργεί τις συνθήκες για μια συμμαχία μεταξύ τους. Ο λαϊκισμός είναι έτοιμος να κάνει την είσοδο του. Η προϋπόθεση του είναι η μετατροπή των επιμέρους ιδιαιτεροτήτων σε πιο γενικά αιτήματα, τα οποία εγγράφονται σε μια «αλυσίδα ισοδυναμίας» δημιουργώντας μια σύνδεση μεταξύ τους. 

Με βάση αυτό, δημιουργείται ένα «εσωτερικό σύνορο» μέσα στην κοινότητα, το οποίο διαχωρίζει αυτούς που έχουν την εξουσία από τους παράγοντες των οποίων τα αιτήματα δεν έχουν εκπληρωθεί. Ο Λακλάου ισχυρίζεται πως αυτό το σύνορο μετατρέπει τους πληβείους, την πλέμπα δηλαδή, σε λαό. Ο λαός πάντα συγκροτείται με βάση την αντίθεση του απέναντι σε έναν αντίπαλο- για παράδειγμα στην περίπτωση του Περόν, απέναντι στην «ολιγαρχία». Για τον σκοπό αυτό, ο λαός συχνά επιθυμεί την φιγούρα ενός λαϊκιστή ηγέτη που θα ενσαρκώνει τα αιτήματα του. Η χρήση της έννοιας «πληβείοι» από τον Λακλάου- που ήταν αρχικά οι φτωχοί ρωμαίοι σε αντίθεση με τους πατρικίους- προσομοιάζει στην έννοια του «πλήθους» από τον Χάρντ και Νέγκρι. Επιπλέον, παρατηρούμε μια συνεχή αύξηση στην σύγχρονη κριτική σκέψη, εννοιών που προέρχονται από την αρχαία Ελλάδα και από την αρχαία Ρώμη. Αναμφίβολα, αυτό βεβαιώνει τη δυσκολία που υπάρχει στην αναγνώριση υποκειμένων χειραφέτησης στην παρούσα συγκυρία. Οι έννοιες των «πληβείων» και του «πλήθους» αναφέρονται σε ασαφείς και ασυντόνιστες καταστάσεις του πληθυσμού, συντίθενται από τις αμείωτες επιμέρους ιδιαιτερότητες και δεν μπορούν να σχηματίσουν ακόμα ένα πραγματικό πολιτικό υποκείμενο. Στον Λακλάου, η μετάβαση από τους πληβείους στο λαό μέσω της μετατροπής της λογικής της διαφοράς σε λογική της ισοδυναμίας προαναγγέλλει τον σχηματισμό ενός τέτοιου υποκειμένου. Μπορούμε να σημειώσουμε εν παρόδω πως στον Νέγκρι, ο στόχος του πλήθους είναι να παραμείνει μια συλλογικότητα από μοναδικότητες που ποτέ δεν μπορεί να γίνει λαός, καθώς για τον Νέγκρι ο λαός είναι ένα πλήθος του οποίου οι δυνατότητες έχουν καθυποταχθεί από το κράτος. 

Ο λαϊκισμός προϋποθέτει την παρέμβαση αυτού που ο Λακλάου αποκαλεί «κενά σημαίνοντα» ακολουθώντας την παράδοση συγκεκριμένων δομιστών και μεταδομιστών-μεταξύ αυτών ο Λεβί-Στρός και ο Ντεριντά. Τα κενά σημαίνοντα είναι σύμβολα, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά, γλωσσολογικά επενδυμένα με διαφορετικό νόημα από κάθε παράγοντα που έχει ενσωματωθεί σε μια αλυσίδα ισοδυναμίας. Για παράδειγμα, τα νοήματα που συνδέονται με την ιδέα της «ισότητας» στη γαλλική ιστορία, είτε σε επαναστατικές περιόδους είτε σε περιόδους φυσιολογικής λειτουργίας των θεσμών, είναι αμέτρητα. Παρομοίως, στην Αργεντινή των αρχών της δεκαετίας του 1970, το αίτημα για την «επιστροφή του Περόν» από την ισπανική του εξορία είχε ένα διαφορετικό νόημα για κάθε επιμέρους παράγοντα του Περονισμού, όπως μαρτυρά η ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ τους στο αεροδρόμιο του Μπουένος Άιρες, όταν προσγειώθηκε το αεροπλάνο του στρατηγού το 1973. Σύμφωνα με τον Λακλάου, τα σημαίνοντα του λαϊκισμού πρέπει να είναι απαραιτήτως κενά. Αν το περιεχόμενο τους ήταν παγιωμένο θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν το φανταστικό ή τα συμφέροντα ενός μόνο τομέα της κοινωνίας. Η ικανότητα του να κινητοποιεί διαφορετικούς παράγοντες είναι αυτή ακριβώς που χαρακτηρίζει τον λαϊκισμό. Βέβαια, το περιεχόμενο του σημαίνοντος μπορεί να προήλθε αρχικά από ένα κομμάτι του πληθυσμού. Αλλά όσο η αλυσίδα ισοδυναμίας εκτείνεται, υποβάλλεται σε μια διαδικασία αφαίρεσης που την αδειάζει από την ουσία της και της επιτρέπει να επενδυθεί με διάφορες σημασιοδοτήσεις. Αυτό οδηγεί τον Λακλάου να επιβεβαιώσει, όπως ο Ρανσιέρ, ο Μπαντιού και ο Ζίζεκ, πως το καθολικό πράγματι υπάρχει, αλλά είναι ένα «κενό μέρος». 

Ένα τρίτο αναπόσπαστο στοιχείο στην εμφάνιση του λαϊκισμού είναι προφανώς, μια μορφή ηγεμονίας. Αυτό ορίζεται από τον Λακλάου, ως το καθολικό που διαβάλλεται από ιδιαιτερότητες ή σαν μια ενότητα που κατασκευάστηκε μέσω της πολυμορφίας [8]. Στο Για την Λογική του Λαϊκισμού, η ηγεμονία προσλαμβάνεται υπό τη μορφή μιας συνεκδοχής. Η συνεκδοχή είναι μια ρητορικό σχήμα που συνίσταται στη πρόσληψη του μέρους ως σύνολο και το αντίστροφο (αφορά δηλαδή κάποια μορφή μετωνυμίας). Στη θεωρία του Λακλάου για τον λαϊκισμό αυτή η έννοια αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου το μέρος της κοινωνικής ολότητας υποκαθιστά την ολότητα και μιλάει εξ’ ονόματος της. Όταν οι Βολιβιανοί ή Μεξικανοί ιθαγενείς εισβάλουν στο αντίστοιχο, εθνικό πολιτικό πεδίο τους, δεν φιλοδοξούν απλώς να βρουν μια θέση στην υπάρχουσα πολιτική κατάσταση. Διασαλεύουν αυτήν την κατάσταση και ισχυρίζονται πως αποτελούν την πραγματική πηγή της εθνικής νομιμοποίησης. Μιλούν στο όνομα όλης της κοινότητας και όχι μόνο κάποιων επιμέρους συμφερόντων της. Για τον Λακλάου αυτή είναι η βασική ηγεμονική λειτουργία: «στην περίπτωση του λαϊκισμού… ένα σύνορο αποκλεισμού διαιρεί την κοινωνία σε δύο στρατόπεδα». Ο «λαός» σε αυτήν την περίπτωση είναι κάτι λιγότερο από την ολότητα των μελών της κοινότητας: είναι ένα μερικό κομμάτι, το οποίο φιλοδοξεί παρόλα αυτά να προσλαμβάνεται ως η μοναδική νομιμοποιημένη ολότητα [9]. Εδώ ο Λακλάου προσεγγίζει τον Ρανσιέρ στον οποίο αναφέρεται ρητά. Υπενθυμίζεται πως για τον Ρανσιέρ το «λάθος» στο οποίο γίνονται οι ίδιοι θύματα, είναι πως επιτρέπει αυτοί που «δεν ανήκουν κάπου» να μιλήσουν στο όνομα του συνόλου της κοινότητας. Ο Λακλάου δεν λέει κάτι διαφορετικό. Η ηγεμονία συνίσταται στο να μιλάει εκ μέρους της κοινότητας ένα από τα δύο «στρατόπεδα» που διαχωρίζονται από τον ανταγωνισμό. Αυτό είναι το συνεκτικό στοιχείο της λαϊκιστικής λογικής και για τον Λακλάου συγχωνεύεται εν τέλει με την πολιτική λογική tout court. 

Σημειώσεις
[1] Ernesto Laclau and Chantal Mouffe, Hegemony and Socialist Strategy: Towards a Radical Democratic Politics, London and New York: Verso Books, 2001. 
[2] Υπάρχει μια συγκεκριμένη γκραμσιανή παράδοση στην Αργεντινή, της οποίας αντιπρόσωπος είναι ο Λακλάου. 
[3] Βλ. Antonio Gramsci, Selections from the Prison Notebooks, ed. and trans. Quintin Hoare and Geoffrey Nowell Smith, London: Lawrence and Wishart, 1971, Part II, chapter 3. 
[4] Για την έννοια της ηγεμονίας, βλ. Perry Anderson, ‘The Antinomies of Antonio Gramsci’, New Left Review, I/100, November 1976- January 1977. 
[5] Ernesto Laclau, ‘Identity and Hegemony: The Role of the Universality in the Constitution of Political Logics’, στο Butler, Laclau and Zizek, Contingency, Hegemony and Universality, p.52. 
[6] Laclau and Mouffe, Hegemony and Socialist Strategy, p. 67. 
[7] Στο ίδιο, p.39. Η κεντρική σημασία του ανταγωνισμού στον Λακλάου, ανασύρει στη μνήμη αυτό που αποδίδεται στον Σμίτ για την αντίθεση μεταξύ «φίλου» και «εχθρού», όπως το αποτυπώνει στον χαρακτηρισμό του για την πολιτική. 
[8] Laclau, ‘Identity and Hegemony, p.50. 
[9] Laclau, On Populist Reason, p.81 

Πηγή: Verso

Μετάφραση: Λάζαρος Καραβασίλης

Σημείωση: Διαβάστε ολόκληρο το θεματικό ψηφιακό περιοδικό μας για το έργο του Ερνέστο Λακλάου εδώ.
Ernesto Laclau: Κατασκευάζοντας ανταγωνισμούς Ernesto Laclau: Κατασκευάζοντας ανταγωνισμούς Reviewed by Afterhistory on 3:02:00 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.